Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Περί της τρίτης και τετάρτης μορφής της φαντασίας δυνάμεθα να είπωμεν ότι ευρίσκονται εις την βάσιν όλου του ορθολογιστικού πολιτισμού. Δια τούτο η απ’ αυτών απόσπασις είναι ιδιαιτέρως δύσκολος εις τον πεπαιδευμένον άνθρωπον, τον βλέποντα εν τω πολυτισμώ τούτω τον πνευματικόν αυτού πλούτον, η εκ του οποίου απόσπασις είναι ασυγκρίτως δυσκολωτέρα της εκ του υλικού.
Πας προσευχόμενος κατά τον τρίτον τρόπον γνωρίζει το λίαν αλγεινόν της αποταγής ταύτης. Έτυχεν εις ημάς να παρατηρήσωμεν παράδοξον τι φαινόμενον: Μεταξύ των αγαπησάντων την νοεράν προσευχήν απλών και ολιγογραμμάτων ασκητών συναντάται συχνότερον η }206} ανάβασις εις μέγα ύψος και καθαρότητα ή μεταξύ των πεπαιδευμένων οίτινες εις την συντριπτικήν πλειοψηφίαν αυτών παραμένουν εις τον δεύτερον τρόπον προσευχής.
Οι βαθέως θρησκευτικώς και ασκητικώς διατεθειμένοι άνθρωποι ταχέως εννοούν το τρίτον είδος της φαντασίας ως στροφήν προς την γην. Ως εκ τούτου είναι οφθαλμοφανής η προς την προσευχήν ετερογένεια αυτής, ο δε κατ’ αυτής αγών κατά την ώραν της προσευχής απλοποιείται. Άλλως έχει η υπόθεσις ως προς το τέταρτον είδος όπερ δύναται να προσλαμβάνη ιδιαιτέραν λεπτότητα και να παρουσιάζηται ως εν Θεώ ζωή. Η αποκλειστική σπουδαιότης του προβλήματος αυτού εις την ασκητικήν αναγκάζει ημάς να παρατείνωμεν επ’ αυτού τον λόγον.
Εις τους κατά τον πρώτον τρόπον προσευχομένους επικρατεί η ρεμβάζουσα φαντασία, ενώ εις τους προσευχομένους κατά τον δεύτερον κυριαρχεί ο πειρασμός να κατορθωθή το παν δια της λογικής οδού. Εις τους τελευταίους αυτούς η ζωή συγκεντρούται εις τον εγκέφαλον. Ο νους αυτών δεν είναι ηνωμένος μετά της καρδίας, αλλά συνεχώς ορμά προς τα έξω, αγωνιζόμενος να κατακτήση το παν δια της νοήσεως. Κάτοχοι όντες ωρισμένης πνευματικής πείρας, ανεπαρκούς εισέτι, προσπαθούν «δια του νοός αυτών» να συμπληρώσουν τα κενά της πείρας αυτής και να εισχωρήσουν διανοητικώς εις τα μυστήρια της Θείας υπάρξεως. Ούτως εισχωρούν αφεύκτως εις τας θεωρίας αυτών στοιχεία τινα γεννήματα φανταστικής ενεργείας. Η ιδεώδης εκείνη σφαίρα, εις την οποίαν τότε κινούνται, εάν κέκτηνται μεγάλα διανοητικά προσόντα, δίδει εις αυτούς «φαινομενικήν» υπεροχήν έναντι των άλλων ήτις επί πλέον επιτείνει την αυτοπεποίθησιν αυτών.
Χαρακτηριστική διαστροφή εις την οποίαν οδηγεί ο }207} δεύτερος τρόπος προσευχής είναι ο ορθολογισμός.
Ο ορθολογιστής θεολόγος οικοδομεί το σύστημα αυτού καθώς ο αρχιτέκτων οικοδομεί ανάκτορον τι ή ναόν, χρησιμοποιών εμπειρικάς και μεταφυσικάς εννοίας ως υλικά οικοδομής και φροντίζων ουχί τοσούτον περί της συμφωνίας της ιδεώδους οικοδομής αυτού προς την αντικειμενικήν αλήθειαν του είναι, όσον περί του μεγαλείου και της αρμονικής ακεραιότητος του συστήματος αυτού από λογικής απόψεως.
Πολλοί μεγάλοι άνθρωποι όσον παράδοξον και αν είναι τούτο δεν ηδυνήθησαν να αντισταθούν εις τον κατ’ ουσίαν αφελή αυτόν πειρασμόν του οποίου κεκρυμμένη αρχή είναι η υπερηφανία.
Τα γεννήματα της ευφυΐας του διανοητικού θεολόγου είναι δι’ αυτόν πολύτιμα, ως εις την μητέρα είναι ηγαπημένα τα τέκνα ο καρπός της κοιλίας αυτής. Αγαπά την δημιουργίαν αυτού ως εαυτόν διότι ταυτίζεται μετ’ αυτής, εγκλωβισμένος εις την σφαίραν αυτής. Εις τοιαύτας περιπτώσεις ουδεμία εξωτερική επέμβασις δύναται να βοηθήση αυτόν και εάν ο ίδιος δεν αποκολληθή από του νομιζομένου πλούτου αυτού τότε ουδέποτε θα φθάσει εις την καθαράν προσευχήν και την αληθή θεωρίαν.
Πολλοί θεολόγοι-φιλόσοφοι, όντες κατ’ ουσίαν ορθολογισταί ανέρχονται εις την υπερλογικήν, θα ελέγομεν, σφαίραν της διανοήσεως, αλλ’ αύτη η σφαίρα δεν είναι εισέτι ο Θείος κόσμος. Περικλείεται εις τα όρια της ανθρωπίνης κτιστής φύσεως, και ως τοιαύτη είναι εφικτή εις το λογικόν κατά την φυσικήν τάξιν των πραγμάτων.
Αι ενοράσεις του νοός αυτών δεν χωρούν εις τα πλαίσια του εννομικού συλλογισμού, τουτέστι της τυπικής λογικής, αλλά μεταβαίνουν εις την σφαίραν της μεταλογικής και του αντινομικού συλλογισμού, αλλά και εν τούτω δεν παύουν να είναι κατ’ ουσίαν αποτέλεσμα διανοητικής }208} εργασίας.
Η υπερνίκησις του στενού εννομικού ορθολογισμού είναι ένδειξις υψηλής διανοητικής καλλιεργείας αλλά δεν είναι εισέτι η «αληθής πίστις» και η αυθεντική θεωρία του Θεού.
Οι άνθρωποι ούτοι πολλάκις κατέχοντες αξιολόγους ικανότητας προς λογικήν διανόησιν, ένεκα ακριβώς αυτών των ικανοτήτων και εν πλήρει συνεπεία προς αυτάς ανέρχονται εις την επίγνωσιν της σχετικότητος των νόμων της ανθρωπίνης διανοήσεως και του αδυνάτου της συμπεριλήψεως παντός του είναι εν τοις χαλυβδίνοις στεφάνοις των λογικών συλλογισμών. Δια της επιγνώσεως αυτής αναβαίνουν εις θεωρίαν υπερβαίνουσαν την τυπικήν λογικήν, αλλά και τότε θεώνται απλώς την ωραιότητα του κτισθέντος κατ’ εικόνα Θεού νοός. Επειδή δε οι το πρώτον εισερχόμενοι εις την σφαίραν ταύτην της «σιωπής του νοός» αισθάνονται «μυστικιστικόν τι δέος» νομίζουν ότι η θεωρία αυτών είναι πείρα μυστικής Θεοκοινωνίας, ενώ τω όντι ίστανται εισέτι εντός των ορίων της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως.