Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Ώστε τοιαύτη είναι η οδός του ορθοδόξου ασκητού: Ζητεί τον Ποιητής αυτού Θεόν εις το υπερβατικόν Αυτού }202} Είναι. Διατούτο εν τη πράξει της νοεράς προσευχής διεξάγει αγώνα προς μυριάδας παντοίων εικόνων, και εποπτικών … και διανοητικών, ήτοι των εννοιών, ίνα γυμνός πάσης κτιστής εικόνος προσεύχηται εις τον Θεόν ενώπιος Ενωπίω, πρόσωπον προς Πρόσωπον.
… κατά την ανάβασιν αυτού (ο άνθρωπος) εκ της κτίσεως προς τον Θεόν δεν αρνείται την πραγματικότητα και την αξίαν της κτίσεως, αλλ’ απλώς δεν απολυτοποιεί και δεν θεοποιεί αυτήν· δεν προσάπτει εις αυτήν αυτοσκοπόν και αυταξίαν. Ο Θεός εποίησε τον κόσμον, ουχί ίνα ζη ο Ίδιος την ζωήν της κτίσεως, αλλ’ ίνα η λογική κτίσις κοινωνήση της Θείας Αυτού υπάρξεως. Όταν ο λογικός άνθρωπος δεν επιτυγχάνη την θέωσιν, ήτις δεν δύναται να τελεσθή άνευ της μετοχής αυτού, τότε εξαφανίζεται και αυτή η έννοια της υπάρξεως αυτού. Εκ της συνειδήσεως του μεγαλείου της κλήσεως αυτού ηνωμένης μετά της θεωρίας της θείας δημιουργίας, γεννάται εν τη ψυχή του ανθρώπου θάμβος μέγα ενώπιον του Ποιητού των πάντων, αλλά και η πλέον ρεαλιστική αντίληψις παντός πράγματος εν τω κόσμω (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ). Ταυτοχρόνως όμως η αυτή συνείδησις οδηγεί εις την απόσπασιν από παντός κτιστού χάριν της θεωρίας του Μόνου Θεού. Η απόσπασις αύτη δεν είναι απέκδυσις του πραγματικού κτιστού είναι υπό την έννοιαν της απορρίψεως ή της αρνήσεως αυτού ως «φάσματος». Δεν είναι η απόσπασις αύτη ποιητική ή φιλοσοφική αεροβασία εις την σφαίραν των υψηλών και ωραίων μορφών ή των «καθαρών» ιδεών, όσον υψηλαί αξιολογικώς και αν }203} είναι αύται, διότι η τοιαύτη στάσις μεταφέρει εκ νέου εις φαντασιώδη κόσμον. Ουχί. Η απόσπασις ή η αποχή εκ πάντων εν τη πνευματική προσευχή είναι συνέπεια της ολοκληρωτικής εφέσεως προς τον Θεόν τον ζώντα και αληθινόν, ένεκα της προς Αυτόν ακράτου αγάπης και της κλήσεως ημών να ζώμεν εν Αυτώ, Όστις είναι ο Αυτοσκοπός και η Αυταξία.
Εις τον απλούν και ταπεινόν πιστόν η απαλλαγή από της εξουσίας της φαντασίας επιτυγχάνεται δια της ακεραίας και διακαούς επιθυμίας να ζη ούτος κατά το άγιον θέλημα του Θεού. Τούτο είναι τοσούτον απλούν, και εν ταυτώ τοσούτον «αποκεκρυμμένον από σοφών και συνετών», ώστε δεν υπάρχει δυνατότης εξηγήσεως αυτού δια λόγων.
Εις την αναζήτησιν αυτήν του θελήματος του Θεού περικλείεται και η «αποταγή» του κόσμου. Η ψυχή θέλει να ζη μετά του Θεού και δια τούτο «αποτάσσεται» του θελήματος και της φαντασίας αυτής άτινα δεν δύνανται να δημιουργήσουν πραγματικήν ύπαρξιν, αλλ’ εμφανίζονται ως «σκότος εξώτερον».
Ο κόσμος της ανθρωπίνης φαντασίας είναι κόσμος των «φασμάτων» της αληθείας. Είναι δε κοινός εις τους ανθρώπους και τους πεσόντας αγγέλους, και δια τούτο η φαντασία πολλάκις γίνεται αγωγός δαιμονικής ενεργείας.
Και αι δαιμονικαί εικόνες, και αι υπό του ιδίου του ανθρώπου επινοούμεναι, δύνανται να επιδρούν επί των ανθρώπων μετασχηματίζουσαι ή μεταμορφούσαι αυτούς, αλλά πάντως έν είναι αναπόφευκτον: Πάσα εικών σχηματισθείσα υπό του ιδίου του ανθρώπου ή εμπνεομένη υπό των δαιμόνων, γενομένη δεκτή υπό της ψυχής, διαστρέφει την πνευματικήν μορφήν του ανθρώπου του κτισθέντος κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού. Η ενέργεια της φαντασίας εν τη εσχάτη εξελίξει αυτής οδηγεί εις αυτοθέωσιν }204} του κτίσματος, ήτοι εις αναγνώρισιν θείας αρχής εν αυτή τη φύσει του ανθρώπου. Δυνάμει τούτου η φυσική θρησκεία, ήτοι η θρησκεία του ανθρωπίνου λογικού μοιραίως λαμβάνει πανθεϊστικόν χαρακτήρα.
Και αι ανθρώπιναι και αι δαιμονικαί εικόνες έχουν την εαυτών δύναμιν, συχνάκις μεγίστην ουχί όμως διότι είναι καθ’ εαυτάς δημιουργικαί κατά την πλήρη έννοιαν της λέξεως, ως η εκ του μηδενός κτίζουσα θεία δύναμις, αλλ’ επειδή η ανθρωπίνη θέλησις κλίνει προς αυτάς και μόνον λόγω της υποταγής εις αυτάς μορφοποιείται υπ’ αυτών ο άνθρωπος. Ο Κύριος όμως ελευθεροί τους μετανοούντας εκ του κράτους των παθών και της φαντασίας και ο απελευθερωθείς εξ αυτών χριστιανός καταφρονεί την δύναμιν των φανταστικών εικόνων.
Η εξουσία του κοσμικού κακού επί του ανθρώπου είναι τεραστία και ουδείς των απογόνων του Αδάμ δύναται να καταβάλη αυτήν άνευ και έξω του Χριστού.
(ΜΟΡΦΕΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ)
Η πρώτη μορφή αφορά εις τον προς τα πάθη γενικόν αγώνα.
Η δευτέρα μορφή είναι χαρακτηριστική εις όσους προσεύχονται κατά τον πρώτον τρόπον. Εις αυτήν ωσαύτως την }205} μορφήν φαντασίας ανάγεται η γνωστή μέθοδος του «διαλογισμού» (meditation), όταν δια της προσπαθείας της φαντασίας ο άνθρωπος δημιουργή εν τω νοΐ αυτού εποπτικάς εικόνας εκ της ζωής του Χριστού ή άλλας ιεράς παραστάσεις. Συνήθως εις αυτήν την εργασίαν καταφεύγουν οι αρχάριοι ή άπειροι ασκηταί. … τέλος φθάνει μέχρι παραισθήσεως και ασθενεί ψυχικώς ή εις τας πλέον ευτυχείς περιπτώσεις μένει «εν τη πλάνη» διερχόμενος τον βίον αυτού εν φανταστικώ κόσμω.