Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Ηνωμένη αύτη (η εκ πείρας διορατικότητα) μέχρι τινος μετά της χαρισματικής διορατικότητος αποτελεί το λεγόμενον «χάρισμα διακρίσεως», όπερ οι Άγιοι Πατέρες θεωρούν ως ανώτατον ασκητικόν επίτευγμα. Η ουσία της διακρίσεως έγκειται αφ’ ενός μεν εις την ικανότητα διαγνώσεως της προελεύσεως εκείνου ή του άλλου πνευματικού φαινομένου, εάν τουτέστι προέρχηται εκ της χάριτος ή εκ δαιμονικής επιδράσεως ή είναι απλώς αποτέλεσμα φυσικής ικανότητος του προσώπου· αφ’ ετέρου δε εις την γνώσιν της τάξεως της πνευματικής ζωής ήτοι της ακολουθίας των πνευματικών καταστάσεων και της σχετικής αυτών τιμής ή αξίας.
Είναι πολύτιμον εις τους πνευματικούς καθοδηγητάς διότι ο εχθρός αρέσκεται να ενδύηται μορφήν αγγέλου φωτός, και σπάνιοι είναι εκείνοι οίτινες δύνανται να διακρίνουν αυτόν μετά βεβαιότητος. }223}
Σύνηθες φαινόμενον εν τη πνευματική ζωή μοναχών και μη μοναχών είναι η απόκλισις ή και η ανατροπή αυτής της ιεραρχίας (των πνευματικών καταστάσεων), ήτις έγκειται εις το ότι ωρισμένη τις πνευματική κατάστασις ή ασκητική εργασία ικανοποιεί τον άνθρωπον και αυτός αρνείται να προχωρήση εις το επόμενον στάδιον της οδού θεωρών (ΥΠΑΚΟΗΣ ΑΝΑΓΚΗ) την νέαν παρουσιασθείσαν χάριν και γνώσιν κατωτέραν της προηγουμένης μορφής της ασκήσεως αυτού και ούτω θέτει όριον εις την περαιτέρω ευδοκίμησιν αυτού. }224}
Πολλοί έλαβον την χάριν και ουχί μόνον εκ των μελών της Εκκλησίας αλλά και εκ των εκτός Αυτής όντων (διότι παρά τω Κυρίω «ουκ έστι προσωποληψία»), αλλ’ ουδείς διεφύλαξε την πρώτην χάριν, και μόνον ολίγοι επανέκτησαν αυτήν. Όστις αγνοεί την περίοδον της εκ δευτέρου ελεύσεως της χάριτος, όστις δεν διήλθε τον αγώνα δια την επιστροφήν αυτής ούτος κατ’ ουσίαν δεν έχει ει μη ακρωτηριασμένην τινά πνευματικήν πείραν. }225}
Να ενθυμήται τις πνευματικόν τι είναι δύσκολον διότι εν τη πνευματική σφαίρα ελάχιστοι εξωτερικαί μορφαί και εικόνες υπάρχουν,ώστε να στηριχθή επ’ αυτών η υλική μνήμη. Μήπως δι’ αυτόν τον λόγον ο Παντογνώστης Κύριος εκήρυξεν εις τον λαόν την διδαχήν Αυτού περί των μυστηρίων της Εκκλησίας δια παραστατικών εικόνων εκ της καθημερινής πραγματικότητος και εν παραβολαίς; … Να ενθυμήται όμως πραγματικώς την πνευματικήν διδασκαλίαν των Πατέρων δύναται μόνον εκείνος όστις εβίωσεν αυτήν εκείνος εις τον οποίον εδόθη άνωθεν η υπαρξιακή γνώσιςτων μυστηρίων του πνευματικού κόσμου (ΑΝΑΓΩΓΗ).
Ο Γέρων … ηδύνατο μετ’ εκπληκτικής οξυδερκείας να διακρίνη την πραγματικήν αλήθειαν εκ των προσωπείων εκείνων και των φασμάτων αυτής, άτινα αφεύκτως συναντούν τον άνθρωπον αναβαίνοντα εις το όρος της Θεοπτίας. }226}
Η’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΘΕΩΡΙΑΣ ΑΥΤΟΥ
Επί τη θέα του ακτίστου Φωτός επικρατεί προ παντός άλλου η αίσθησις του ζώντος Θεού, απορροφώσα τον όλον άνθρωπον· άϋλος αίσθησις του Αΰλου· αίσθησις νοερά, ουχί δε λογική· αίσθησις μετ’ εξουσιαστικής δυνάμεως απράζουσα τον άνθρωπον εις άλλον κόσμον, όμως τοσούτον γαληνώς, ώστε δεν αντιλαμβάνεται ούτος την στιγμήν καθ’ ήν ετελέσθη τούτο μετ’ αυτού, και δεν γινώσκει περί εαυτού εάν είναι εν σώματι ή εκτός του σώματος. Λαμβάνει τότε συνείδησιν εαυτού τοσούτον ενεργώς και βαθέως, όσον ποτέ άλλοτε εις την συνήθη αυτού ζωήν, και εν ταυτώ επιλανθάνεται εαυτού και του κόσμου, εμπλησθείς υπό της γλυκύτητος της αγάπης του Θεού. Πνεύματι ορά τον Αόρατον, αναπνέει Αυτόν, όλος ών εν Αυτώ.
Μετά της υπερλόγου και υπερπλήρους αυτής αισθήσεως του ζώντος Θεού συνενούται όρασις φωτός αλλά φωτός ετερογενούς του φυσικού. Τότε ο ίδιος ο άνθρωπος μένει εν τω φωτί και εξομοιούται προς το θεώμενον φως πνευματοποιείται υπ’ αυτού, και δεν βλέπει και }227} δεν αισθάνεται ούτε την ιδίαν αυτού υλικότητα, ούτε την υλικότητα του κόσμου (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ).
Η όρασις έρχεται ακαταλήπτω τρόπω εις καιρόν κατά τον οποίον δεν αναμένεται. Δεν έρχεται έξωθεν ουδέ έτι έσωθεν, αλλ’ ανεκφράστως περιπτύσσεται το πνεύμα του ανθρώπου εισάγουσα αυτό εις τον κόσμον του Θείου Φωτός. Και δεν δύναται ούτος να είπη εάν εγένετο εν εκστάσει, τουτέστιν εκτός του σώματος, διότι ουδέ την εις το σώμα επιστροφήν αντιλαμβάνεται.
Το Θείον Φως θεωρείται ανεξαρτήτως συνθηκών και εις το αφεγγές της νυκτός και εις το φαεινόν της ημέρας. Η ευδοκία του Θεού καταβαίνει ενίοτε κατά τοιούτον τρόπον, ώστε διατηρείται η αντίληψις και του σώματος και του πέριξ κόσμου. Τότε ο άνθρωπος δύναται να μένη ανοικτοίς οφθαλμοίς και εν ταυτώ να βλέπη δύο φώτα, και το φυσικόν και το Θείον Φως. Η τοιαύτη όρασις καλείται υπό των Αγίων Πατέρων όρασις φυσικοίς οφθαλμοίς. Τούτο δεν σημαίνει όμως ότι η όρασις του Θείου Φωτός είναι κατά πάντα ανάλογος της συνήθους ψυχοφυσιολογικής πορείας της φυσικής οράσεως. Τουτέστι δεν σημαίνει ότι το Θείον Φως είναι όμοιον του φυσικού, όπερ ανεξαρτήτως της επιστημονικής περί φωτός θεωρίας την οποίαν αποδεχόμεθα, προκαλεί την γνωστήν διέγερσιν του οπτικού νεύρου, ήτις εν συνεχεία μεταβαίνει εις την ψυχολογικήν διαδικασίαν της οράσεως. Το Θείον Φως είναι διάφορον κατά την φύσιν αυτού, είναι φως νοερόν, }228} φως πνευματικόν, φως αγάπης, φως ζωής.