Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Αλλ’ όσον μέγα και αν είναι το πρώτον δώρον της Θείας χάριτος, εφ’ όσον δεν έχει αφομοιωθή είναι δυνατόν }249} ο άνθρωπος να υποστή ουχί μόνον κλονισμόν, αλλά και πτώσιν.
Η πρώτη πείρα Θείας επισκέψεως πλήττει βαθέως τον όλον άνθρωπον και έλκει αυτόν καθ’ ολοκληρίαν προς την εσωτερικήν ζωήν, την προσευχήν, τον αγώνα κατά των παθών. Είναι περίοδος πλουσία καρδιακών αισθημάτων και γέμει βιωμάτων τοσούτων ισχυρών ώστε ο νους όλος προσελκύεται εις την συμμετοχήν αυτών (Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ). … Μόνον μετά παρέλευσιν πολλών ετών … ο άνθρωπος ανακαλύπτει εντός αυτού το φως της γνώσεως των οδών του Πνεύματος, το ελθόν μυστικώς «άνευ παρατηρήσεως». Αύτη είναι η υφ’ ημών κληθείσα δογματική συνείδησις, η βαθεία ζωή του πνεύματος, και ουχί η αφηρημένη γνώσις.
Ο Θεός δεν είναι φθονερός. Ο Θεός δεν είναι φίλαυτος ούτε φιλόδοξος. Αυτός ο Ίδιος ταπεινώς και υπομονητικώς ζητεί έκαστον άνθρωπον εν πάσαις ταις οδοίς }250} αυτού. Δια τούτο έκαστος δύναται κατά τούτο ή εκείνο το μέτρο να γνωρίση τον Θεόν ουχί μόνον εν τη Εκκλησία, αλλά και εκτός Αυτής, αν και η τελεία επίγνωσις του Θεού άνευ του Χριστού ή και εκτός Χριστού, δεν είναι δυνατή. }251}
Αι αφηρημέναι παραστάσεις δυνατόν να αντιστοιχούν προς την αληθινήν ύπαρξιν. Αλλά και εν τοιαύτη εισέτι περιπτώσει, ένεκα ελλείψεως θετικής πείρας της χάριτος δεν συνιστούν την γνώσιν εκείνην του Θεού, ήτις ως εκ της φύσεως αυτής είναι η αιώνιος ζωή. Είναι πάντως πολύτιμοι διότι δύνανται να οδηγήσουν τον άνθρωπον εις την ασφαλή οδόν της πνευματικής ζωής (ΔΟΓΜΑΤΑ).
Ο θεολόγος-ορθολογιστής γνωρίζει πλήθος προβλημάτων και ζητεί λύσιν εν ταις οδοίς της εγκεφαλικής διανοήσεως. Η πραγματική θρησκευτική πείρα δυνατόν να μη είναι μεγάλη. Η πείρα αυτού κυρίως ανήκει εις την σφαίραν του λογικού και ουχί της ζώσης Θεοκοινωνίας. Την επιστημονικήν πολυμάθειαν και την λογικήν αυτού πείραν εκλαμβάνει ως πνευματικόν πλούτον και εκτιμά αυτόν τοσούτον, ώστε πάσα άλλη γνώσις και πείρα εν τοις οφθαλμοίς αυτού υποχωρούν εις δευτερεύουσαν θέσιν.
Δια τον γνησίως πνευματικόν άνθρωπον τον ζητούντα την ζώσαν Θεοκοινωνίαν, τον ζώντα Θεόν, οφθαλμοφανής είναι η αφέλεια της στάσεως του ορθολογιστού. Απορεί κατά τινα τρόπον δεν εννοεί, πως δύναται ο γνωστικός άνθρωπος να ικανοποιήται δια των εικασιών και των αφηρημένων οικοδομημάτων αυτού. Οι ορθολογισταί επί παραδείγματι επί αιώνας μάχονται δια την επίλυσιν του προβλήματος της σχέσεως χάριτος και κτιστής ελευθερίας. Ούτοι επιλανθάνονται θα έλεγε τις ότι }252} υπάρχει άλλη οδός προς επίλυσιν των πνευματικών ζητημάτων: η οδός της υπαρξιακής γνώσεως, της αμοιβαίας ενεργείας Θείας χάριτος και ανθρωπίνης ελευθερίας. Την οδόν ταύτην επορεύθη ο Γέρων Σιλουανός. Αύτη είναι εν γένει η οδός της Εκκλησίας, ήτις είναι ισχυρά και πλουσία ουχί λόγω της επιστημονικής αυτής πολυμαθείας, αλλά προ πάντων δια της πραγματικής κατοχής των δωρεών της χάριτος. Η Εκκλησία ζη δια του Αγίου Πνεύματος, αναπνέει δι’ Αυτού και γνωρίζει τίνι τρόπω ενεργεί Εκείνο.
Κατά την μαρτυρίαν των Πατέρων της Εκκλησίας και του Γέροντος, όταν ο Κύριος έρχηται εις την ψυχήν του ανθρώπου, όταν το Θείον Φως περιπτύσσηται τον όλον άνθρωπον, όταν όλος ο άνθρωπος μένη εν τω Θεώ, τότε, τρόπον τινα, αίρεται η ελευθερία αυτού· τότε η ελευθερία αυτού εμφανίζεται παραδεδομένη ολοκληρωτικώς εις τον Θεόν και ο άνθρωπος δεν ενεργεί πλέον αφ’ εαυτού, αλλ’ αποδέχεται μόνον το υπό του Θεού δωρούμενον. Εν τη καταστάσει αυτή ο άνθρωπος «ουκ ερωτά ουδέν». Άλλαις λέξεσι τότε απορρίπτεται παν ερώτημα, πας προβληματισμός.
Ο ορθολογιστής ίνα ικανοποιήση τα διανοητικά αυτού ενδιαφέροντα οικοδομεί}253} τα πλέον πολύπλοκα θεολογικο-φιλοσοφικά συστήματα. Εκτελεί κολοσσιαίαν τινα εργασίαν αποσκοπών εάν ουχί να αποδείξη, τουλάχιστον να αναπτύξη διαλεκτικώς την κατάστασιν των πραγμάτων, ως παρουσιάζεται εις αυτόν. Συχνάκις αφιεροί προς τούτο πάσας τας δυνάμεις αυτού πάντα τα χαρίσματα αυτού, πάσαν την ζωήν αυτού. Κατά παράδοξον όμως τρόπον διαφεύγει του οπτικού αυτού πεδίου το ανυπόστατον τοιαύτης αναζητήσεως (ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ).
Η ιστορία της ανθρωπίνης σκέψεως και της πνευματικής πείρας γνωρίζει την σημαντικήν στιγμήν ότε προεφέρθησαν οι λόγοι εκείνοι: «Cogito, ergo sum» — «Σκέφτομαι άρα υπάρχω» (Καρτέσιος). Άλλος φιλόσοφος της εποχής ημών διαφόρως κατενόησε την ζωήν: «Εγώ θα έλεγον: Αγαπώ άρα υπάρχω, διότι βαθυτέραν βάσιν προς κατανόησιν της υπάρξεως ημών θεωρώ την αγάπην». Άλλοι είπον: «Τρώγω, περιπατώ, άρα υπάρχω». Τουτέστι πάσα ενέργεια και εκδήλωσις του «εγώ» του ανθρώπου αποτελεί ένδειξιν της υπάρξεως αυτού.
Πάσαι αι εκφράσεις αύται φέρουν εν εαυτοίς στοιχειά λογικών συλλογισμών επί του ερωτήματος: Άρα γε υπάρχω; Αλλά και έξω αυτού του στοχασμού, εν τη σφαίρα }254} της αμέσου αυτοσυνειδησίας πας άνθρωπος συνειδητοποιεί εαυτόν υπάρχοντα.