Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
… διότι δεν είναι ίση η δύναμις των ψυχών. }271}
Εις πολλούς ανθρώπους η σαρκική αίσθησις του κόσμου είναι τοσούτον συνεχής, ώστε ούτοι σχεδόν δεν γνωρίζουν άλλο τι, και τότε γίνονται «σαρξ», ήτις δεν δέχεται τον νόμον του Θεού. Ο ασκητής όμως βιοί την επιστροφήν εκ της καθαράς προσευχής εις την παχύτητα της σαρκικής αντιλήψεως του κόσμου ως αποδημίαν εκ του Κυρίου. }272}
Δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος εδόθη εις αυτόν η θεωρία της τελείας αγιότητος του Θεού, και επεδίωκε την απόκτησιν αυτής της }273} αγιότητος δι’ όλης της καρδίας, δι’ όλου του είναι αυτού.
Ο ιστάμενος εν τη οδώ ταύτη δεν δύναται να παραδοθή εις τον αφηρημένον λογικόν στοχασμόν, έτι και περί των μυστηρίων της πίστεως. Η ψυχή αυτού αποφεύγει πάσαν διανοητικήν προσπάθειαν φέρουσαν την ιδιάζουσαν εις αυτήν αποσύνθεσιν της ακεραιότητος και του ενιαίου της ζωής του ανυψουμένου εν προσευχή προς τον Θεόν πνεύματος. Εκ της συνεχούς διαμονής εν τη προσευχή εξασθενεί η μνήμη παντός εξωτερικού πράγματος, και εάν δεν ήρχετο εις βοήθειαν η έξις των βιοτικών μεριμνών και ενασχολήσεων των προηγουμένων ετών, ελευθερούσα αυτόν εκ του σκέπτεσθαι τας ανάγκας της καθ’ ημέραν ζωής, τότε δεν θα ηδύνατο να εκτελή αυτάς κανονικώς.
«Η ψυχή εκ της αγάπης του Κυρίου είναι ως να εγένετο παράφρων· κάθηται σιωπά δεν θέλει να ομιλή· και ως παράφρων ορά τον κόσμον και δεν επιθυμεί αυτόν και δεν βλέπει αυτόν. Και οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ότι αύτη ενορά τον ηγαπημένον Κύριον, και ο κόσμος έμεινεν ως εις τα οπίσω και περιέπεσεν εις λήθην, και η ψυχή δεν θέλει να προσέχη εις αυτόν, διότι δεν υπάρχει εν αυτώ η άφθορος γλυκύτης». }274}
ΙΑ’ «ΚΡΑΤΕΙ ΤΟΝ ΝΟΥΝ ΣΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΔΗΝ ΚΑΙ ΜΗ ΑΠΕΛΠΙΖΟΥ»
Η γλώσσα των ανθρωπίνων λέξεων και εννοιών δίδει πολύ περιωρισμένην δυνατότητα μεταδόσεως της εσωτερικής καταστάσεως του ενός εις τον άλλον. Απαραίτητος προϋπόθεσις της αμοιβαίας κατανοήσεως είναι η κοινότης ή η ταυτότης της πείρας. Εφ’ όσον η κοινότης αύτη δεν υπάρχει δεν κατορθούται η αμοιβαία κατανόησις, διότι το περιεχόμενον των εννοιών, δι’ ών πάντες εκφραζόμεθα αντιστοιχεί προς την έκτασιν της διανοητικής ή και υπαρξιακής πείρας εκάστου προσώπου. Εις πάσαν έννοιαν έκαστος εξ ημών εγκλείει τον όγκον της πείρας αυτού, και δια τούτο οι πάντες αφεύκτως ομιλούμεν διαφόρους γλώσσας. Λόγω όμως του ομοουσίου του ανθρωπίνου γένους είναι δυνατόν και δια του λόγου να προκαλέσης νέαν τινά εμπειρίαν εν τη ψυχή του ακούοντος ούτως ως να εγέννας εν αυτώ νέαν ζωήν. Εάν ούτως έχη επί των ανθρωπίνων σχέσεων, τούτο πολλώ μάλλον συμβαίνει επί της Θείας ενεργείας. Ο λόγος του Θεού εις δεδομένην στιγμήν ήτοι όταν η ανθρωπίνη ψυχή δέχηται αυτόν δια}275}καταλλήλου εσωτερικής διαθέσεως, δια της εμφανείας αυτού εμπνέει πραγματικώς νέαν ζωήν εκπορευομένην εκ του Θεού ήτοι την αιώνιον ζωήν. }276}
Εις τον Σιλουανόν ως και εις ωρισμένους μεγάλους Πατέρας, όπως τον Αντώνιον τον Μέγαν τον Σισώην, Μακάριον και Ποιμένα τους Μεγάλους και εις άλλους εδόθη κατά τον χρόνον της ζωής αυτών να βιούν πραγματικώς την κατάστασιν των βασάνων του άδου. Η επανάληψις της καταστάσεως ταύτης εν τέλει τυπούται βαθέως εν τη καρδία αυτών και ούτω δι’ αυτούς καθίσταται πλέον δυνατόν να ανανεούν αυτήν εν τη ψυχή αυτών δι’ αναλόγου εσωτερικής κινήσεως του πνεύματος και να επανέρχωνται εις αυτήν κατά βούλησιν. Κατέφευγον δε εις την εργασίαν αυτήν ευθύς ως εντός της ψυχής αυτών ενεφανίζετο πάθος τι και ιδίως το βαθύτερον και το λεπτότερον όλων η υπερηφανία. }278}
Έλεγεν ο μακάριος Γέρων Σιλουανός ότι πολλοί ασκηταί εγγίζοντες την κατάστασιν ταύτην —απαραίτητον δια την εκ των παθών κάθαρσιν— απελπίζονται και ως εκ τούτου δεν δύνανται να προχωρήσουν. Εκείνος όμως όστις γνωρίζει ότι «ο Κύριος αγαπά ημάς απείρως», αποδιώκει την πανώλεθρον ενέργειαν της εσχάτης απογνώσεως και γνωρίζει σοφώς να ίσταται επί του χείλους αυτής και δια της δυνάμεως των φλογών του άδου να κατακαίη εντός αυτού παν πάθος, και θύμα της απογνώσεως δεν γίνεται: «Και μη απελπίζου».
… αλλ’ η δύναμις του λόγου αυτών και το βάθος του μυστηρίου της εργασίας αυτής παραμένουν άγνωστα εις τους μη έχοντας παρομοίαν πείραν των βασάνων του άδου αφ’ ενός, και των μεγάλων δωρεών της χάριτος αφ’ ετέρου. }280}
Ότε έλεγεν «η τάλαινα μου ψυχή κατέρχεται εις τον άδην» δεν ηννόει μόνον λόγους αλλά πραγματικόν βίωμα των κολάσεων του άδου, αίτινες ενεφυτεύθησαν εν τη καρδία αυτού τοσούτον ώστε ηδύνατο δι’ ωρισμένης κινήσεως του πνεύματος αυτού να επαναφέρη αυτάς εν εαυτώ άλλοτε εις μεγαλύτερον και άλλοτε εις μικρότερον βαθμόν. Και ότε το πυρ των κολάσεων του άδου προεκάλει την ζητουμένην ενέργειαν, τουτέστιν εφόνευε τον εμπαθή λογισμόν, τότε εις την παμφάγον ενέργειαν τούτου αντέτασσε την σωτήριον ενέργειαν της αγάπης του Χριστού, την οποίαν ωσαύτως εγνώρισε και έφερεν εν τη καρδία αυτού.