Το Μεγάλο Κυνήγι
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #2
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Το Μεγάλο Κυνήγι». Краткое содержание книги:
Όταν κατάφερε να ξαναδεί καθαρά, ο άνεμος είχε καταλαγιάσει. Μερικά άλογα τριγυρνούσαν αφύλαχτα, ανάμεσά τους η Μπέλα και η φοράδα της Ηλαίην, και μερικοί στρατιώτες έβριζαν και σηκώνονταν από το χώμα. Η Λίαντριν τίναζε γαλήνια σκόνη και φύλλα από το φόρεμά της. Η Μιν ήταν γονατισμένη, στηριγμένη στα χέρια, και προσπαθούσε σαν ζαλισμένη να σηκωθεί όρθια. Ο άνδρας με τη γαμψή μύτη στεκόταν από πάνω της και το χέρι του έσταζε αίμα. Το μαχαίρι της Μιν ήταν λίγο μακρύτερα, εκεί που δεν μπορούσε να το φτάσει, με τη μια όψη της λεπίδας βαμμένη με αίμα. Η Νυνάβε και η Ηλαίην δεν φαίνονταν πουθενά, κι έλειπε επίσης και η φοράδα της Νυνάβε. Το ίδιο και μερικοί στρατιώτες, και ένα από τα ζευγάρια των γυναικών. Τα άλλα δύο ήταν ακόμα εκεί, και η Εγκουέν τώρα είδε ότι τις σύνδεε ένα ασημένιο λουρί, ακριβώς σαν αυτό που την ένωνε με τη γυναίκα που στεκόταν από πάνω της.
Η γυναίκα έτριβε το μάγουλο της, καθώς γονάτιζε πλάι στην Εγκουέν· είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζεται μια μελανιά γύρω από το αριστερό μάτι της. Είχε μακριά, μελαχρινά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια, ήταν όμορφη, ίσως δέκα χρόνια μεγαλύτερη της Νυνάβε. «Το πρώτο μάθημά σου», είπε με έμφαση. Δεν είχε έχθρα η φωνή της, μόνο κάτι που έμοιαζε, σχεδόν, με φιλικότητα. «Δεν θα σε τιμωρήσω περισσότερο αυτή τη φορά, εφόσον έπρεπε να είμαι σε εγρήγορση μπροστά σε μια νταμέην που μόλις πιάστηκε. Ένα να ξέρεις. Εσύ είσαι νταμέην, Δεμένη, και εγώ σουλ’ντάμ, η Λωροκρατούσα. Όταν η νταμέην και η σουλ’ντάμ είναι ενωμένες, τότε ό,τι πόνο νιώθει η σουλ’ντάμ, η νταμέην νιώθει το διπλό. Ως το θάνατο. Πρέπει να θυμάσαι λοιπόν, ότι ποτέ δεν μπορείς να χτυπήσεις σουλ’ντάμ με οποιονδήποτε τρόπο, και πρέπει να προστατεύεις τη σουλ’ντάμ σου περισσότερο κι από τον εαυτό σου. Με λένε Ρέννα. Πώς λέγεσαι;»
«Δεν είμαι... αυτό που είπες», μουρμούρισε η Εγκουέν. Τράβηξε πάλι το κολάρο· πάλι δεν υποχώρησε. Σκέφτηκε να ρίξει την άλλη λιπόθυμη και να βγάλει το βραχιόλι από το χέρι της, αλλά απέρριψε την ιδέα. Ακόμα κι αν οι στρατιώτες δεν τη σταματούσαν —και μέχρι στιγμής έμοιαζαν να τις αγνοούν— είχε την παγερή αίσθηση ότι η γυναίκα έλεγε αλήθεια. Πόνεσε όταν άγγιξε το μάτι της· δεν το ένιωθε πρησμένο, άρα ίσως να μην είχε μελανιά σαν της Ρέννα, αλλά πάντως πονούσε. Το αριστερό της μάτι, και το αριστερό μάτι της Ρέννα. Ύψωσε τη φωνή της. «Λίαντριν Σεντάι; Γιατί τις αφήνεις;» Η Λίαντριν ξεσκόνιζε τα χέρια της, χωρίς να κοιτά προς το μέρος της.
«Το πρώτο πράγμα που πρέπει να μάθεις», είπε η Ρέννα, «είναι να κάνεις ακριβώς ό,τι σου λένε, χωρίς αργοπορία».
Η Εγκουέν άφησε μια πνιχτή κραυγή. Ξαφνικά ένιωσε κάτι να καίει και να τρώει την επιδερμίδα της, σαν να είχε κυλιστεί σε τσουκνίδες, από τις πατούσες ως την κορυφή του κεφαλιού της. Τίναξε το κεφάλι πέρα-δώθε, καθώς η αίσθηση δυνάμωνε.
«Πολλές σουλ’ντάμ», συνέχισε η Ρέννα με κείνον τον σχεδόν φιλικό τόνο, «πιστεύουν ότι οι νταμέην δεν επιτρέπεται να έχουν ονόματα, ή αλλιώς να έχουν ονόματα που τις δίνουμε εμείς. Αλλά σε πήρα εγώ, άρα εγώ θα είμαι υπεύθυνη για την εκπαίδευσή σου, και θα σου επιτρέψω να κρατήσεις το δικό σου όνομα. Αν δεν με δυσαρεστήσεις πολύ. Τώρα είμαι κάπως ενοχλημένη μαζί σου. Στ’ αλήθεια, θέλεις να συνεχίσεις την ίδια τακτική μέχρι να θυμώσω;»
Η Εγκουέν, τρέμοντας, έτριξε τα δόντια. Τα νύχια της χώθηκαν στις παλάμες της, και προσπάθησε να σταματήσει. Βλάκα! Δεν έχει σημασία, είναι το όνομά σου. «Εγκουέν», κατάφερε να ξεστομίσει. «Με λένε Εγκουέν αλ’Βερ». Αμέσως η φαγούρα και το κάψιμο σταμάτησαν. Άφησε να βγει μια μακριά, τρεμάμενη ανάσα.
«Εγκουέν», είπε η Ρέννα. «Να ένα καλό όνομα». Και προς μεγάλη φρίκη της Εγκουέν, η Ρέννα της χάιδεψε το κεφάλι όπως θα έκανε σε σκυλάκι.
Κατάλαβε ότι αυτό είχε αντιληφθεί στη φωνή της γυναίκας —καλή προαίρεση για ένα σκυλί που εκπαιδεύεται, όχι τη φιλικότητα που θα έδειχνε σε άλλο άνθρωπο.
Η Ρέννα χαχάνισε. «Τώρα θύμωσες κι άλλο. Αν θελήσεις να με ξαναχτυπήσεις, μην ξεχάσεις να είναι το χτύπημα αδύναμο, γιατί εσύ θα το νιώσεις διπλό. Μην προσπαθήσεις να διαβιβάσεις· δεν θα το κάνεις ποτέ χωρίς τη ρητή διαταγή μου».
Το μάτι της Εγκουέν την πονούσε. Σηκώθηκε όρθια με κόπο και προσπάθησε να αγνοήσει τη Ρέννα, όσο ήταν δυνατόν να αγνοήσεις κάποιον που κρατά λουρί δεμένο σε κολάρο στο λαιμό σου. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα, όταν η άλλη γυναίκα χαχάνισε πάλι. Ήθελε να πάει στη Μιν, αλλά το λουρί που είχε αφήσει λάσκα η άλλη δεν έφτανε ως εκεί. Είπε με απαλή φωνή, «Μιν, είσαι καλά;»