Το Μεγάλο Κυνήγι
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #2
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Το Μεγάλο Κυνήγι». Краткое содержание книги:
Καθώς παρακολουθούσε τις φίλες της που έβγαιναν, είχε περάσει ένα ολόκληρο λεπτό που βρισκόταν εκεί πριν αντιληφθεί ότι ήδη υπήρχαν κι άλλοι εκεί, αθέατοι πίσω από τις πόρτες. Όταν τους πρόσεξε, στάθηκε κοιτάζοντας αβέβαια· δεν είχε δει πιο παράξενη ομάδα, και είχε ακούσει πολλές φήμες για πόλεμο στο Τόμαν Χεντ.
Ήταν αρματωμένοι άνδρες, καμιά πενηνταριά τουλάχιστον, με θώρακα από επικαλυπτόμενα ατσάλινα ελάσματα και μουνιά μαύρα κράνη με μορφή εντόμου· κάθονταν στις σέλες, ή στέκονταν πλάι στα άλογά τους, περιεργάζονταν την Εγκουέν και τις γυναίκες που έβγαιναν και κοίταζαν την Πύλη, μουρμουρίζοντας μεταξύ τους. Ο μόνος που δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπο, ένας ψηλός, μελαχρινός με γαμψή μύτη, ο οποίος στεκόταν κρατώντας ένα επιχρυσωμένο και ζωγραφισμένο κράνος κόντρα στο γοφό του, φαινόταν έκπληκτος απ’ αυτό που έβλεπε. Μαζί με τους στρατιώτες ήταν και γυναίκες. Οι δυο φορούσαν απλά σκουρόγκριζα φορέματα και πλατιά ασημένια κολάρα και στέκονταν κοιτάζοντας προσηλωμένες εκείνες που εβγαιναν από την Πύλη, καθεμιά με μια άλλη γυναίκα πίσω της κοντά, που ήταν σαν έτοιμη να της ψιθυρίσει στο αυτί. Δυο άλλες γυναίκες στέκονταν παράμερα, φορώντας πλατιές, σχιστές φούστες, που δεν έφταναν ούτε ως τον αστράγαλό τους και είχαν διακριτικά με κεντητούς διχαλωτούς κεραυνούς στον κόρφο και στη φούστα. Η πιο παράξενη ήταν η τελευταία γυναίκα, που ξάπλωνε σε ένα παλανκίνο που το σήκωναν οκτώ μυώδεις γυμνόστηθοι άνδρες με φαρδιά, μαύρα παντελόνια. Τα πλαϊνά του κεφαλιού της ήταν ξυρισμένα, έτσι που μόνο ένα πλατύ λοφίο μελαχρινών μαλλιών έμενε και κυλούσε στην πλάτη της. Μια μακριά κρεμ ρόμπα στολισμένη με λουλούδια και πουλιά σε γαλάζια οβάλ ήταν προσεκτικά τακτοποιημένη, έτσι ώστε να δείχνει το λευκό φόρεμά της με τις πιέτες. Τα νύχια της έφταναν τους τρεις πόντους, κι εκείνα που ήταν στο δείκτη και το μέσο κάθε χεριού ήταν βερνικωμένα γαλάζια.
«Λίαντριν Σεντάι», ρώτησε ανήσυχα η Εγκουέν, «ξέρεις ποιοι, είναι αυτοί οι άνθρωποι;» Οι φίλες της έπαιζαν τα χαλινάρια, σαν να αναρωτιόντουσαν μήπως έπρεπε να καβαλήσουν τα άλογα και να τρέξουν, αλλά η Λίαντριν ξανάβαλε το φύλλο του Αβεντεσόρα στη θέση του και προχώρησε με σιγουριά, ενώ η Πύλη άρχισε να κλείνει.
«Η Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ;» είπε η Λίαντριν, κάτι ανάμεσα σε ερώτηση και δήλωση.
Η γυναίκα στο παλανκίνο ένευσε ανεπαίσθητα. «Είσαι η Λίαντριν». Η ομιλία της ήταν συρτή, και η Εγκουέν άργησε μια στιγμή να την καταλάβει. «Άες Σεντάι», πρόσθεσε η Σούροθ, στραβώνοντας κάπως τα χείλη, κι ένα μουρμουρητό ακούστηκε από τους στρατιώτες. «Πρέπει να τελειώνουμε από δω γρήγορα, Λίαντριν. Υπάρχουν περιπολίες και δεν πρέπει να μας βρουν. Νομίζω ότι ούτε εσύ ούτε εγώ δα απολαμβάναμε την παρέα των Αναζητητών της Αλήθειας. Θέλω να γυρίσω στο Φάλμε, πριν καταλάβει ο Τούρακ ότι έφυγα».
«Τι λες τώρα;» ζήτησε να μάθει η Νυνάβε. «Τι λέει αυτή, Λίαντριν;»
Η Λίαντριν έπιασε τη Νυνάβε και την Εγκουέν από τον ώμο. «Γι’ αυτές τις δύο, ξέρεις. Και υπάρχει άλλη μία». Έδειξε την Ηλαίην με μια κίνηση του κεφαλιού. «Είναι η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ».
Οι δύο γυναίκες με τον κεραυνό στα φορέματά τους πλησίαζαν την ομάδα μπροστά στην Πύλη —η Νυνάβε πρόσεξε ότι κρατούσαν κουλούρες από κάποιο ασημόχρωμο μέταλλο— και μαζί τους ερχόταν ο στρατιώτης που είχε το κεφάλι ακάλυπτο. Δεν άγγιζε τη λαβή του σπαθιού, η οποία ξεπρόβαλλε πάνω από τον ώμο του, και χαμογελούσε φιλικά, αλλά η Εγκουέν τον κοίταζε με προσοχή. Η Λίαντριν δεν φαινόταν ταραγμένη· αλλιώς η Εγκουέν θα είχε πηδήξει την ίδια στιγμή στην Μπέλα.
«Λίαντριν Σεντάι», είπε πιεστικά, «ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Είναι εδώ για να βοηθήσουν κι αυτοί τον Ραντ και τους άλλους;»
Ο άνδρας με τη γαμψή μύτη ξαφνικά άρπαξε τη Μιν και την Ηλαίην από το σβέρκο, και όλα φάνηκαν να συμβαίνουν την ίδια στιγμή. Ο άνδρας φώναξε μια βλαστήμια, και μια γυναίκα τσίριξε, ή ίσως περισσότερες· η Εγκουέν δεν ήταν σίγουρη. Ξαφνικά το αεράκι έγινε μανιασμένος αέρας, που παρέσυρε τη θυμωμένη κραυγή της Λίαντριν μαζί με σύννεφα χώματος και φύλλων και έκανε τα δένδρα να λυγίσουν και να βογκήξουν. Τα άλογα σηκώθηκαν στα πίσω πόδια, χλιμιντρίζοντας στριγκά. Και μια γυναίκα στερέωσε κάτι στο λαιμό της Εγκουέν.
Με το μανδύα της να πεταρίζει σαν πανί, η Εγκουέν στάθηκε κόντρα στον άνεμο και τράβηξε ένα αντικείμενο που έμοιαζε με κολάρο από λείο μέταλλο. Αυτό δεν υποχώρησε· τα τρομαγμένα δάχτυλα της έλεγαν ότι ήταν μονοκόμματο, αν και έπρεπε να είχε κάποιο δέσιμο. Οι ασημόχρωμες κουλούρες που κρατούσε η γυναίκα τώρα περνούσαν πάνω από τον ώμο της Εγκουέν και στην άλλη άκρη κατέληγαν σε ένα λαμπερό βραχιόλι στον αριστερό καρπό της γυναίκας, Η Εγκουέν έσφιξε γερά τη γροθιά της και χτύπησε την άλλη γυναίκα μ’ όλη της τη δύναμη, πάνω στο μάτι — και παραπάτησε και έπεσε στα γόνατα, με το κεφάλι να κουδουνίζει. Είχε νιώσει σαν να την είχε χτυπήσει κατάμουτρα ένας μεγαλόσωμος άνδρας.