Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Το Μεγάλο Κυνήγι
Το Μεγάλο Κυνήγι - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Το Μεγάλο Κυνήγι

Электронная книга - «Το Μεγάλο Κυνήγι». Краткое содержание книги:

Αιώνες πολλούς οι πλανόδιοι τροβαδούροι έλεγαν ιστορίες για το χαμένο Κέρας του Βαλίρ’ το θρυλικό Κέρας, που θα φέρει πίσω τους νεκρούς ήρωες των Εποχών. Το Κέρας έχει ανακαλυφθεί — μόνο και μόνο για να το ξανακλέψουν, μαζί με το εγχειρίδιο της Σαντάρ Λογκόθ, απ’ το οποίο εξαρτάται η ζωή του Ματ, του φίλου του Ραντ αλ’Θορ. Ο μνημειώδης άθλος της ανεύρεσής του πέφτει στους ώμους του νεαρού Ραντ και, αναλαμβάνοντας αυτήν την αναζήτηση, ο Ραντ εκπληρώνει ένα πεπρωμένο που επιθυμούσε να αποφύγει. Αλλά η αναζήτηση για το Κέρας του Βαλίρ είναι μόνο η αρχή σ’ αυτό το μακρινό ταξίδι ανακάλυψης του Ραντ, για να ανακαλύψει ο ήρωάς μας είναι πράγματι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας, που θα αντιμετωπίσει τον Σκοτεινό σε έναν αγώνα όπου διακυβεύεται όχι μόνο η ζωή του, αλλά ο κόσμος ολόκληρος.
1 ... 280 281 282 283 284 285 286 287 288 ... 354
Перейти на страницу:

Όταν πέρασε η Νυνάβε από την Πύλη —οδηγώντας αργά, τόσο αργά, τη φοράδα της— η Εγκουέν παραλίγο θα έτρεχε να την αγκαλιάσει, και μεγάλο μέρος της χαράς της οφειλόταν στη λάμπα που κρατούσε η Νυνάβε. Ο κύκλος του φωτός που έριχνε η λάμπα ήταν μικρότερος απ’ όσο θα έπρεπε —το σκοτάδι έμοιαζε να πιέζει το φως, να το σπρώχνει πίσω στη λάμπα— αλλά η Εγκουέν ένιωθε το σκοτάδι να πιέζει και την ίδια, σαν να είχε βάρος. Αντίθετα, αρκέστηκε να πει, «Η Μπέλα είναι καλά, κι εγώ δεν έσπασα το κεφάλι μου, αν και μου άξιζε».

Κάποτε υπήρχε φως στις Οδούς, πριν αρχίσει να τις σαπίζει το μόλυσμα στη Δύναμη με την οποία είχαν φτιαχτεί, το μόλυσμα του Σκοτεινού στο σαϊντίν.

Η Νυνάβε της έβαλε στα χέρια το κοντάρι και γύρισε να πάρει ένα που ήταν στερεωμένο στο λουρί της σέλας. «Αφού ξέρεις ότι σου άξιζε», μουρμούρισε, «τότε δεν σου άξιζε». Ξαφνικά χασκογέλασε. «Μερικές φορές νομίζω ότι ο τίτλος της Σοφίας γεννήθηκε από τέτοια ρητά. Να άλλο ένα, λοιπόν. Αν σπάσεις το ξεροκέφαλό σου, θα το γιατρέψω για να σου το ξανασπάσω».

Το είπε με ανάλαφρο τόνο και η Εγκουέν έβαλε τα γέλια — ώσπου θυμήθηκε πού ήταν. Ούτε το κέφι της Νυνάβε κράτησε πολύ.

Η Μιν και η Ηλαίην πέρασαν από την Πύλη διστακτικά, οδηγώντας τα άλογα και κρατώντας φανάρια, προφανώς περιμένοντας ότι θα ’βρισκαν τέρατα, αν μη τι άλλο. Στην αρχή φάνηκαν να ανακουφίζονται βρίσκοντας μονάχα σκοτάδι, αλλά το καταθλιπτικό μέρος σύντομα τις έκανε να σαλεύουν τα πόδια νευρικά. Η Λίαντριν ξανάβαλε το φύλλο του Αβεντεσόρα στη θέση του και μπήκε από την Πύλη που έκλεινε, τραβώντας πίσω της το φορτωμένο άλογο.

Η Λίαντριν δεν περίμενε να κλείσει τελείως η είσοδος, αλλά πέταξε το λουρί του αλόγου στη Μιν δίχως να πει λέξη και ξεκίνησε, ακολουδώντας μια λευκή γραμμή, αμυδρά ορατή στο φως τη λάμπας της, που οδηγούσε στις Οδούς. Το έδαφος έμοιαζε να είναι από πέτρα, φαγωμένη και γεμάτη μικρές λακουβίτσες, σαν από οξύ. Η Εγκουέν ανέβηκε βιαστικά στη ράχη της Μπέλας, αλλά δεν ήταν η πρώτη που έτρεξε πίσω από την Άες Σεντάι. Δεν έμοιαζε να υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο εκτός από το τραχύ έδαφος κάτω από τις οπλές των αλόγων.

Η άσπρη γραμμή συνέχιζε ευθεία μπροστά μέσα στο σκοτάδι και κατέληγε σε μια μεγάλη πέτρινη στήλη, καλυμμένη από Ογκιρανή γραφή χαραγμένη σε ασήμι. Ήταν φαγωμένη σαν το έδαφος, και σε μερικά σημεία η γραφή ήταν φθαρμένη.

«Οδηγός», μουρμούρισε η Εγκουέν, και ανακάθισε στη σέλα για να δει καλύτερα. «Η Ελάιντα μου έμαθε μερικά πράγματα για τις Οδούς. Δεν είχε πει πολλά. Λιγότερα απ’ όσα έπρεπε», πρόσθεσε σκοτεινά. «Ή ίσως περισσότερα απ’ όσα έπρεπε».

Η Λίαντριν σύγκρινε γαλήνια τον Οδηγό με μια περγαμηνή και μετά την ξανάχωσε σε μια τσέπη του μανδύα της, πριν προλάβει η Εγκουέν να τη δει.

Το φως των φαναριών σταματούσε απότομα στις άκρες αντί να σβήνει, αλλά ήταν αρκετό για να δει η Εγκουέν ένα χοντρό πέτρινο κιγκλίδωμα, φαγωμένο σε αρκετά σημεία, καθώς η Άες Σεντάι τις έπαιρνε από τον Οδηγό. Η Ηλαίην το έλεγε Νησί· το σκοτάδι δυσκόλευε το βλέμμα, αλλά η Εγκουέν εκτίμησε ότι είχε πλάτος περίπου εκατό απλωσιές.

Πέτρινες γέφυρες και ράμπες κατέληγαν σε ανοίγματα στο κιγκλίδωμα, και καθεμιά είχε έναν πέτρινο πάσαλο δίπλα της με μια γραμμή στη γραφή των Ογκιρανών. Οι γέφυρες έμοιαζαν να απλώνονται πάνω από το τίποτα. Οι ράμπες οδηγούσαν πάνω ή κάτω. Ήταν αδύνατο να διακρίνουν κάτι άλλο εκτός από την αρχή τους, καθώς τις προσπερνούσαν.

Η Λίαντριν σταμάτησε μόνο για να κοιτάξει τους πέτρινους πάσσαλους, πήρε μια ράμπα που οδηγούσε προς τα κάτω, και σε λίγο το μόνο που υπήρχε ήταν η ράμπα και το σκοτάδι. Όλα τα τύλιγε πνιγηρή σιωπή· η Εγκουέν είχε την αίσθηση ότι ακόμα και οι κρότοι των οπλών στην τραχιά πέτρα δεν ακούγονταν πολύ μακριά από το φως.

Η ράμπα κατηφόριζε συνεχώς, καμπυλώνοντας προς τον εαυτό της, ώσπου τελικά έφτασε σε άλλο ένα Νησί, με το σπασμένο κιγκλίδωμα ανάμεσα στις γέφυρες και τις ράμπες, και με τον Οδηγό του, τον οποίο η Λίαντριν σύγκρινε με την περγαμηνή της. Το Νησί έμοιαζε να αποτελείται από συμπαγή πέτρα, όπως και το πρώτο. Η Εγκουέν ευχήθηκε να μην ήταν τόσο σίγουρη ότι το πρώτο Νησί ήταν ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους.

Η Νυνάβε μίλησε ξαφνικά, αντηχώντας τις σκέψεις της Εγκουέν. Η φωνή της ήταν σταθερή, αλλά, πριν τελειώσει τα λόγια της, σταμάτησε για να ξεροκαταπιεί.

«Μπορεί — μπορεί να είναι», είπε ξεψυχισμένα η Ηλαίην. Το βλέμμα της στράφηκε προς τα πάνω και γρήγορα ξανάπεσε. «Η Ελάιντα λέει ότι οι κανόνες της φύσης δεν ισχύουν στις Οδούς. Τουλάχιστον όχι όπως έξω».

1 ... 280 281 282 283 284 285 286 287 288 ... 354
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)