Οι Φλόγες του Ουρανού
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #5
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Οι Φλόγες του Ουρανού». Краткое содержание книги:
Ο Τροχός του Χρόνου γυρνά, και οι εποχές έρχονται και φεύγουν, αφήνοντας πίσω αναμνήσεις που γίνονται θρύλος. Ο θρύλος ξεθωριάζει και γίνεται μύθος· ακόμα και ο μύθος έχει ξεχαστεί από καιρό, όταν ξανάρχεται η Εποχή που τον γέννησε.
Οι Εκλεκτοί είναι ελεύθεροι και ήδη καταστρώνουν σχέδια για τη Μεγάλη Μέρα του Γυρισμού, όταν ο Σκοτεινός θα ξαναπατήσει το πόδι του στη Γη. Τόσο οι σκέψεις όσο και οι μηχανορραφίες τους περιστρέφονται αναπόφευκτα γύρω από τη σύλληψη του Αναγεννημένου Δράκοντα.
Η Ελάιντα, νεοεκλεγείσα Άμερλιν των Άες Σεντάι, επίσης έχει στο μυαλό της μόνο τη σύλληψη του Αναγεννημένου Δράκοντα. Γνωρίζει ότι ο Σκοτεινός θα απελευθερωθεί, ότι η Τελευταία Μάχη έρχεται και ότι ο Αναγεννημένος Δράκοντας πρέπει να είναι εκεί για να τον αντιμετωπίσει, αλλιώς ο κόσμος είναι καταδικασμένος στη φωτιά και στον απόλυτο όλεθρο. Η νέα Άμερλιν πρέπει να εξασφαλίσει ότι ο Άρχοντας Δράκοντας θα βαδίσει προς το θάνατο που του έχει προφητευθεί.
Και ο Ραντ αλ’Θόρ, ο αναγεννημένος Δράκοντας, κρυμμένος στην αρχαία πόλη του Ρουίντιαν, περιμένει τις πολεμικές φατρίες του Άελ να συσπειρωθούν υπό τις διαταγές και το λάβαρό του...
«Μπορεί και να το κάνει», είπε ο Ράγκαν, «μπορεί και όχι. Μερικές φορές δίνει διαταγές και μερικές φορές τις ξεχνά ή τις αναβάλλει, επειδή έχει προκύψει κάτι σημαντικότερο. Θα ξαφνιαζόσουν», πρόσθεσε ξερά, «αν μάθαινες τι μπορούν να δεχθούν οι οπαδοί του αδιαμαρτύρητα». Η Νυνάβε συνειδητοποίησε ότι οι δυο τους στέκονταν δεξιά κι αριστερά της κι εξέταζαν επιφυλακτικά τους περαστικούς. Έμοιαζαν έτοιμοι να ξιφουλκήσουν με το παραμικρό. Αν σκόπευαν να ακολουθήσουν τις εντολές του Μασέμα, τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη.
«Δεν είναι κατά του γάμου, που να καεί», μούγκρισε ο Ούνο, κοιτώντας τόσο άγρια έναν έμπορο με κρεατόπιτες σ’ ένα δίσκο, που ο άλλος γύρισε και το ’βαλε στα πόδια, χωρίς να πάρει τα νομίσματα που του έδιναν δύο γυναίκες με πίτες στο χέρι. «Είσαι τυχερή που δεν θυμήθηκε ότι δεν έχεις σύζυγο, αλλιώς μπορεί να σ’ έστελνε παντρεμένη στον Άρχοντα Δράκοντα. Μερικές φορές διαλέγει τριακόσιους― τετρακόσιους άνδρες και άλλες τόσες γυναίκες, που είναι όλοι ανύπαντροι, και τους παντρεύει, Οι περισσότεροι δεν είχαν ιδωθεί πριν από κείνη τη μέρα. Αφού οι περιστερόσπλαχνοι χωματογλείφτες δεν παραπονιούνται γι’ αυτό, λες να ανοίξουν το στοματάκι τους για την καμένη την μπύρα;»
Ο Ράγκαν κάτι μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, αλλά η Νυνάβε έπιασε κάτι από τα λεγόμενα του που την έκανε στενέψει τα μάτια. «Κάποιος άνδρας δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε». Αυτό είχε πει ο Ράγκαν. Δεν είχε καν παρατηρήσει την άγρια ματιά της. Κοίταζε με προσοχή το δρόμο, μην τυχόν κι ερχόταν κανείς να την κλέψει με το σακί σαν γουρούνι. Η Νυνάβε μπήκε στο πειρασμό να βγάλει το επώμιό της και να το πετάξει στην άκρη. Ο Ράγκαν δεν την κατάλαβε ούτε όταν ξεφύσηξε με νόημα. Όταν ήθελαν οι άνδρες, γίνονταν εξοργιστικά κουφοί και τυφλοί.
«Τουλάχιστον δεν προσπάθησε να μου κλέψει τα κοσμήματα», είπε. «Ποια ήταν η ανόητη που του έδωσε τα δικά της;» Δεν μπορεί να είχε πολύ μυαλό, για να ήταν οπαδός του Μασέμα.
«Αυτή», είπε ο Ούνο, «ήταν η Αλιάντρε, Ευλογημένη του Φωτός, Βασίλισσα της καμένης της Γκεάλνταν. Κι έχει καμιά δεκαριά τίτλους ακόμα, όπως αρέσει σ’ εσάς τους νότιους να τους φορτώνεστε».
Η Νυνάβε σκόνταψε με το δάχτυλο σε μια πέτρα του καλντεριμιού και παραλίγο θα έπεφτε. «Έτσι το κάνει λοιπόν», αναφώνησε, διώχνοντας τα χέρια των άλλων που απλώθηκαν να τη βοηθήσουν. «Αν η ίδια η βασίλισσα είναι τόσο χαζή, ώστε να τον ακούει, τότε δεν είναι παράξενο που ο άνθρωπος κάνει ό,τι θέλει».
«Δεν είναι χαζή», είπε κοφτά ο Ούνο, ρίχνοντάς της ένα συνοφρυωμένο βλέμμα, προτού ξαναρχίσει να κοιτάζει το δρόμο. «Είναι σοφή γυναίκα. Όταν πρωτοκαβαλάς ένα καμένο άγριο άλογο, το αφήνεις να σε πάει όπου θέλει, αν έχεις λίγο μυαλό μέσα σου, που να καεί. Νομίζεις ότι είναι χαζή επειδή ο Μασέμα της πήρε τα δαχτυλίδια; Της κόβει αρκετά, ώστε να καταλάβει ότι ο Μασέμα μπορεί να της ζητούσε κι άλλα, αν έπαυε να φορά κοσμήματα όταν έρχεται να τον δει. Την πρώτη φορά, πήγε αυτός σε κείνη —τώρα γίνεται το ανάποδο― και της έβγαλε τα καμένα τα δαχτυλίδια από τα δάχτυλα. Είχε σειρές μαργαριτάρια στα μαλλιά της, κι έσπασε τα νήματα τραβώντας τις. Οι κυρίες επί των τιμών είχαν πέσει στα γόνατα και μάζευαν τα καμένα τα κοσμήματα από το πάτωμα. Η Αλιάντρε μάζεψε μερικά η ίδια με τα χεράκια της».
«Αυτό εμένα δεν μου φαίνεται τόσο σοφό», είπε η Νυνάβε πεισματικά. «Μου φαίνεται δειλία». Ποια ήταν που έτρεμαν τα γόνατά της όταν την κοίταξε ο Μασέμα; ρώτησε μια φωνή στο κεφάλι της. Ποια ίδρωνε σαν χαζή; Τουλάχιστον είχε καταφέρει να του αντιταχθεί. Αυτό έκανα. Άλλο να λυγίζεις σαν ιτιά, κι άλλο να σέρνεσαι σαν ποντίκι. «Είναι βασίλισσα ή δεν είναι;»