Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Οι Φλόγες του Ουρανού
Οι Φλόγες του Ουρανού - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Οι Φλόγες του Ουρανού

Электронная книга - «Οι Φλόγες του Ουρανού». Краткое содержание книги:

Το Πέμπτο Βιβλίο του Τροχού του Χρόνου
Ο Τροχός του Χρόνου γυρνά, και οι εποχές έρχονται και φεύγουν, αφήνοντας πίσω αναμνήσεις που γίνονται θρύλος. Ο θρύλος ξεθωριάζει και γίνεται μύθος· ακόμα και ο μύθος έχει ξεχαστεί από καιρό, όταν ξανάρχεται η Εποχή που τον γέννησε.
Οι Εκλεκτοί είναι ελεύθεροι και ήδη καταστρώνουν σχέδια για τη Μεγάλη Μέρα του Γυρισμού, όταν ο Σκοτεινός θα ξαναπατήσει το πόδι του στη Γη. Τόσο οι σκέψεις όσο και οι μηχανορραφίες τους περιστρέφονται αναπόφευκτα γύρω από τη σύλληψη του Αναγεννημένου Δράκοντα.
Η Ελάιντα, νεοεκλεγείσα Άμερλιν των Άες Σεντάι, επίσης έχει στο μυαλό της μόνο τη σύλληψη του Αναγεννημένου Δράκοντα. Γνωρίζει ότι ο Σκοτεινός θα απελευθερωθεί, ότι η Τελευταία Μάχη έρχεται και ότι ο Αναγεννημένος Δράκοντας πρέπει να είναι εκεί για να τον αντιμετωπίσει, αλλιώς ο κόσμος είναι καταδικασμένος στη φωτιά και στον απόλυτο όλεθρο. Η νέα Άμερλιν πρέπει να εξασφαλίσει ότι ο Άρχοντας Δράκοντας θα βαδίσει προς το θάνατο που του έχει προφητευθεί.
Και ο Ραντ αλ’Θόρ, ο αναγεννημένος Δράκοντας, κρυμμένος στην αρχαία πόλη του Ρουίντιαν, περιμένει τις πολεμικές φατρίες του Άελ να συσπειρωθούν υπό τις διαταγές και το λάβαρό του...
1 ... 279 280 281 282 283 284 285 286 287 ... 478
Перейти на страницу:

Στα μισά του δρόμου, ο Τζούιλιν κοντοστάθηκε, ταλαντευόμενος αδέξια, και κοίταξε πίσω· το βλέμμα του καρφώθηκε στο κύπελλο που είχε αφήσει στο έδαφος. Ολοφάνερα συλλογιζόταν πώς άραγε θα ξαναγυρνούσε εκεί. Αργά, με κάθε προσοχή, σηκώθηκε, στραμμένος προς την εξέδρα απ’ όπου είχε ξεκινήσει, ταλαντευόμενος δεξιά-αριστερά. Το πλήθος άφησε μια κραυγή, όταν το πόδι του γλίστρησε και ο Τζούιλιν έπεσε, προλαβαίνοντας με κάποιον τρόπο να κρατηθεί πιάνοντας το σχοινί με το χέρι και το γόνατο. Ο Λούκα έπιασε το Ταραμπονέζικο καπέλο, καθώς έπεφτε, φωνάζοντας προς όλους ότι ο άνθρωπος ήταν παλαβός, πως ό,τι πάθαινε δεν θα ήταν ευθύνη δική του. Η Νυνάβε ζούληξε με τα δύο χέρια τη μέση της· και μόνο που φανταζόταν τον εαυτό της εκεί πάνω, την έπιανε αναγούλα. Ο άνθρωπος ήταν βλάκας. Μεγάλος βλάκας!

Με ολοφάνερο κόπο, ο Τζούιλιν κατάφερε να πιάσει το σχοινί και με το άλλο χέρι, και προχώρησε κάνοντας απλωτές κάτω από το σκοινί. Προς την πιο μακρινή εξέδρα. Εκεί λικνίστηκε δεξιά-αριστερά, ξεσκόνισε το σακάκι του, προσπάθησε να το ισιώσει και το μόνο που κατάφερε ήταν να βγάλει το ένα μανίκι και να αφήσει το άλλο να κρεμαστεί ― και τότε εντόπισε το κύπελλό του στη βάση του άλλου στύλου. Το έδειξε με χαρά και ξαναβγήκε στο σχοινί.

Αυτή τη φορά, οι μισοί θεατές του φώναξαν να πάει πίσω, του φώναξαν ότι είχε σκάλα πίσω του· οι υπόλοιποι απλώς γέλασαν τρανταχτά, σίγουρα περιμένοντας ότι θα έσπαζε το κεφάλι του. Εκείνος περπάτησε με άνεση, γλίστρησε στη σχοινένια σκάλα με τα χέρια και τα πόδια από την έξω μεριά της και άρπαξε το ξύλινο κύπελλο για να πιει μια μεγάλη γουλιά. Όταν ο Λούκα έβαλε το κόκκινο καπέλο στο κεφάλι του Τζούιλιν και υποκλίθηκαν και οι δύο —ο Λούκα ανέμιζε το μανδύα του με τέτοιο τρόπο ώστε ο Τζούιλιν ήταν σχεδόν μισοκρυμμένος πίσω του― μόνο τότε οι θεατές συνειδητοποίησαν ότι όλα ήταν μέρος της παράστασης. Ακολούθησε μια σιωπηλή στιγμή και μετά ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και επευφημίες και γέλια. Η Νυνάβε πίστευε ότι υπήρχε περίπτωση να οργιστούν επειδή τους είχαν ξεγελάσει. Ο άνδρας με τον κότσο στο κεφάλι έμοιαζε με κακούργο ακόμα και τώρα που γελούσε.

Αφήνοντας τον Τζούιλιν να στέκεται πλάι στη σκάλα, ο Λούκα ξαναγύρισε για να σταθεί ανάμεσα στη Νυνάβε και στον άνδρα με τον κότσο. «Το φαντάστηκα ότι όλα θα πήγαιναν μια χαρά». Είχε μια έκφραση άκρατου αυτοθαυμασμού κι έκανε μικρές υποκλίσεις προς το πλήθος σαν να ήταν αυτός που είχε ανέβει στο σχοινί.

Η Νυνάβε του έριξε μια ξινή ματιά σμίγοντας τα φρύδια, αλλά δεν είχε χρόνο να ξεστομίσει το δηκτικό σχόλιο που είχε έτοιμο, επειδή η Ηλαίην εκείνη τη στιγμή ήρθε με ζωηρό βήμα μέσα από το πλήθος και στάθηκε πλάι στον Τζούιλιν με τα χέρια υψωμένα, κλίνοντας το γόνυ.

Η Νυνάβε έσφιξε το στόμα και έσιαξε ενοχλημένη το επώμιο. Παρά τη γνώμη που μπορεί να είχε για το κόκκινο φόρεμα, το οποίο είχε βρεθεί να φοράει χωρίς πραγματικά να ξέρει πώς είχε γίνει αυτό, το κοστούμι της Ηλαίην ίσως να ήταν χειρότερο. Η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ ήταν ντυμένη στα χιονόλευκα, με αραιές λευκές πούλιες να λαμπυρίζουν στο κοντό σακάκι και το στενό παντελόνι. Η Νυνάβε δεν πίστευε ότι η Ηλαίην θα τολμούσε να εμφανιστεί δημοσίως μ’ αυτά τα ρούχα, αλλά αγωνιούσε υπερβολικά για τη δική της ενδυμασία και δεν είχε εκφράσει την άποψή της. Το σακάκι και το παντελόνι της θύμιζαν τη Μιν. Δεν ενέκρινε το ότι η Μιν φορούσε αγορίστικα ρούχα, αλλά το χρώμα και οι πούλιες έκαναν αυτά εδώ να μοιάζουν ακόμα πιο... φανταχτερά.

Ο Τζούιλιν κράτησε τη σχοινόσκαλα για να ανέβει η Ηλαίην, αν και δεν υπήρχε λόγος. Η Ηλαίην ανέβηκε όσο επιδέξια θα μπορούσε να είχε ανέβει κι εκείνος, Ο Τζούιλιν χάθηκε στο πλήθος, όταν η κοπέλα έφτασε στην εξέδρα και στάθηκε λάμποντας απέναντι στα βροντερά χειροκροτήματα, σαν να απολάμβανε το θαυμασμό των υπηκόων της. Όταν βγήκε στο σχοινί —που για κάποιο λόγο τώρα φαινόταν ακόμα πιο λεπτό απ’ όσο όταν περπατούσε εκεί ο Τζούιλιν― η Νυνάβε σχεδόν έπαψε να ανασαίνει κι έπαψε εντελώς να σκέφτεται τα ρούχα της Ηλαίην ή τα δικά της.

Η Ηλαίην προχώρησε στο σχοινί, απλώνοντας τα χέρια, χωρίς να διαβιβάζει πλατφόρμα Αέρα. Προχώρησε αργά στο σχοινί, βάζοντας το ένα πόδι μπροστά στο άλλο, χωρίς να ταλαντεύεται καθόλου, με μόνο στήριγμα το σχοινί. Θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνο να διαβιβάσει, αν η Μογκέντιεν είχε το παραμικρό στοιχείο για το πού βρίσκονταν· η Αποδιωγμένη ή κάποιες Μαύρες αδελφές μπορεί να ήταν στη Σαμάρα, και θα αντιλαμβάνονταν την ύφανση. Κι αν δεν ήταν τώρα στη Σαμάρα, μπορεί να έφταναν σε λίγο. Η Ηλαίην κοντοστάθηκε στην απέναντι εξέδρα, μέσα σε πιο ενθουσιώδη χειροκροτήματα από εκείνα που είχε λάβει ο Τζούιλιν —η Νυνάβε δεν καταλάβαινε γιατί― και ξεκίνησε να γυρίσει. Έφτασε σχεδόν ως το τέλος, έστριψε, προχώρησε ως τη μέση του σχοινιού, έστριψε ξανά. Και ταλαντεύτηκε, μόλις προλαβαίνοντας να ισορροπήσει. Η Νυνάβε ένιωσε σαν να της είχε σφίξει ένα χέρι το λαιμό. Με αργό, σταθερό ρυθμό, η Ηλαίην συνέχισε να υψοπερπατεί ως την εξέδρα, ποζάροντας άλλη μια φορά για τις βροντερές φωνές και τα χειροκροτήματα.

1 ... 279 280 281 282 283 284 285 286 287 ... 478
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)