Ο Άρχοντας του Χάους
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #6
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Ο Άρχοντας του Χάους». Краткое содержание книги:
Ας ξανακαλπάσει ο Δράκοντας στους ανέμους του χρόνου...
Ο Τροχός γυρνά κι οι άνεμοι του πεπρωμένου σαρώνουν τη γη. Ο Ραντ αλ’Θόρ, ο Αναγεννημένος Δράκοντας, παλεύει απεγνωσμένα για να ενώσει τα έθνη υπό την αρχηγία του πριν από την Τελευταία Μάχη, ενώ ο Σκοτεινός είναι έτοιμος να δραπετεύσει από την αιώνια φυλακή του κι οι αθάνατοι Αποδιωγμένοι στήνουν δόκανα στην ανυποψίαστη ανθρωπότητα.
Στον Λευκό Πύργο της Ταρ Βάλον, υπό τη δεσποτική Άμερλιν Ελάιντα, αποφασίζουν πως πρέπει να κάνουν τον Ραντ μαριονέτα τους. Στο Σαλιντάρ η Εγκουέν αλ’Βέρ ανακαλύπτει πως κι οι εξόριστες Άες Σεντάι έχουν τα δικά τους σχέδια γι’ αυτόν.
Η αφύσικη ξηρασία και το καλοκαίρι συνεχίζονται ακόμα και τους μήνες του χειμώνα, κι η Νυνάβε αλ’Μεάρα μαζί με την Ηλαίην, την Κόρη-Διάδοχο του Άντορ, αγωνίζονται να βρουν το μυθικό τερ’ανγκριάλ που μπορεί να ελέγξει τον καιρό, ενώ η Βασίλισσα Μοργκέις είναι ουσιαστικά αιχμάλωτη των Τέκνων του Φωτός που απλώνουν την εξουσία και την επιρροή τους.
Κι από την άλλη άκρη του κόσμου, ο Πέριν Αϋμπάρα νιώθει ως τα’βίρεν το κάλεσμα του Ραντ και σπεύδει μαζί με τους τοξότες των Δύο Ποταμών, που εξορμούν σε πόλεμο για πρώτη φορά ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια.
Αλλά οι επτά δεν έφταναν, κι έτσι τους ζήτησε να προτείνουν κι άλλους, και να έχουν κατά νου όσα τους είχε πει για τις απαιτούμενες ικανότητες, όπως επίσης και το γεγονός ότι το να ζήσουν και να εισπράξουν την τριπλή αμοιβή, θα εξαρτιόταν κατά μεγάλο μέρος από τις ικανότητες εκείνων που θα πρότειναν. Αυτό τους έκανε να ξύσουν το πηγούνι και να αρχίσουν τις λοξές ματιές, αλλά συνολικά πρότειναν άλλα έντεκα ονόματα, τονίζοντας συνεχώς ότι δεν υπονοούσαν τίποτα γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Έντεκα άνδρες, τόσο καλοί λαθροθήρες κι αλογοκλέφτες, που δεν τους είχαν υποψιαστεί ο Ντήριντ ή ο Ταλμέηνς ή ο Ναλέσεν, αλλά όχι αρκετά καλοί ώστε να μην τραβήξουν την προσοχή των πρώτων επτά. Ο Ματ έκανε και σ’ αυτούς την ίδια προσφορά και ξαναζήτησε ονόματα. Όταν πια έφτασε στο σημείο να μη βρίσκει άλλα ονόματα, είχε σαράντα επτά ανιχνευτές. Οι δύσκολοι καιροί είχαν αναγκάσει πολλούς να στραφούν στο στρατό αντί για την τέχνη που θα προτιμούσαν να ακολουθήσουν.
Ο τελευταίος, που τον είχαν ονοματίσει οι τρεις ακριβώς πριν απ’ αυτόν, ήταν ο Τσελ Βάνιν, ένας Αντορινός που είχε ζήσει στο Μάερον, αλλά έκανε μεγάλες περιπλανήσεις και στις δύο όχθες του Ερινίν. Ο Βάνιν μπορούσε να κλέψει τα αυγά ενός φασιανού χωρίς να τον ενοχλήσει όπως καθόταν στη φωλιά του, αν και θα ήταν απίθανο να μην έβαζε και την κλώσα στο σακούλι του. Μπορούσε να κλέψει άλογο κάτω από ευγενή χωρίς ο ευγενής να το πάρει χαμπάρι για δυο μέρες. Τουλάχιστον, έτσι ισχυρίζονταν με δέος αυτοί που τον είχαν προτείνει. Με ένα ξεδοντιάρικο χαμόγελο κι ένα ύφος απόλυτης αθωότητας στο στρογγυλό μούτρο του, ο Βάνιν είχε διαμαρτυρηθεί λέγοντας πως ήταν σταβλίτης και καμιά φορά πεταλωτής, όποτε μπορούσε να βρει δουλειά. Αλλά θα έπαιρνε τη θέση για το τετραπλάσιο απ’ όσο πλήρωνε κανονικά η Ομάδα. Ως τώρα, τα άξιζε και με το παραπάνω.
Όπως καθόταν στο άλογό του μπροστά στον Ματ σε κείνη τη λοφοκορφή, ο Βάνιν φαινόταν ταραγμένος. Του άρεσε που ο Ματ δεν ήθελε να τον λένε «Άρχοντά μου», μιας και δεν του άρεσε να υποκλίνεται σε κανέναν, αλλά κατάφερε να αγγίξει το μέτωπο με τις αρθρώσεις των δαχτύλων του με κάτι σαν επίσημο χαιρετισμό. «Νομίζω ότι πρέπει να το δεις αυτό. Εγώ δεν μπορώ να βγάλω άκρη. Πρέπει να το δεις με τα μάτια σου».
«Περιμένετε εδώ», είπε ο Ματ στους άλλους, και, προς τον Βάνιν, «Δείξε μου».
Δεν ήταν μεγάλη διαδρομή, απλώς πέρασαν τους δύο επόμενους λόφους κι ανηφόρισαν ένα στριφογυριστό ποταμάκι με πλατιές όχθες όλο ξεραμένη λάσπη. Η οσμή ήταν το πρώτο δείγμα αυτού που ήθελε να του δείξει ο Βάνιν, πριν τα πρώτα όρνια πετάξουν στον αέρα. Κάποια άλλα ανέμισαν τις φτερούγες τους κι έκαναν λίγο παραπέρα πριν ξανακατέβουν, τινάζοντας τα δίχως πούπουλα κεφάλια τους και κρώζοντας επιθετικά. Τα χειρότερα ήταν εκείνα που δεν σήκωσαν κεφάλι από το γεύμα τους, ο αναβράζων σωρός από λεκιασμένα μαύρα φτερά.
Μια αναποδογυρισμένη άμαξα σαν μικρό σπίτι με ρόδες, ζωγραφισμένη με χτυπητά πράσινα και γαλάζια και κίτρινα χρώματα, έδειχνε ότι η σκηνή ήταν ένα καραβάνι των Μαστόρων, όμως ήταν λίγες οι άμαξες που είχαν γλιτώσει από τη φωτιά. Παντού κείτονταν πτώματα με πολύχρωμα ρούχα, σχισμένα και σκούρα από το ξεραμένο αίμα, πτώματα ανδρών, γυναικών και παιδιών. Ένα κομμάτι του Ματ το ανέλυσε ψυχρά· του υπόλοιπου του ήρθε να κάνει εμετό, να το βάλει στα πόδια, οτιδήποτε εκτός από το να συνεχίσει να κάθεται εκεί με τον Πιπς. Οι επιτιθέμενοι είχαν πρωτοέρθει από τα δυτικά. Οι περισσότεροι άνδρες και τα μεγαλύτερα αγόρια κείτονταν εκεί, μαζί με ό,τι είχε απομείνει από τα μεγαλόσωμα σκυλιά, μάλλον έχοντας προσπαθήσει να σχηματίσουν μια σειρά για να συγκρατήσουν τους φονιάδες με τα κορμιά τους ενώ τα γυναικόπαιδα διέφευγαν. Μια μάταια φυγή. Σωριασμένα πτώματα έδειχναν τα σημεία που είχαν πέσει πανικόβλητα στη δεύτερη επίθεση. Τώρα το μόνο που σάλευε ήταν τα όρνια.
Ο Βάνιν έφτυσε αηδιασμένος μέσα από το χάσμα στα δόντια του. «Δεν λέω, τους κυνηγάς για να μη κλέψουν πολλά —σου αρπάζουν τα παιδιά, αν δεν έχεις το νου σου, και τα μεγαλώνουν σαν να ’ναι δικά τους— και τους ρίχνεις καμιά κλωτσιά για να κάνουν πιο γρήγορα, αλλά δεν το κάνεις αυτό. Ποιοι θα έκαναν τέτοιο πράγμα;»
«Δεν ξέρω. Κλέφτες». Τα άλογα έλειπαν. Αλλά οι κλέφτες ήθελαν να κλέψουν, όχι να σκοτώσουν, κι οι Μάστορες δεν αντιστέκονταν, αν πήγαινες να τους κλέψεις την τελευταία πένα από την τσέπη και το σακάκι που φορούσαν. Ο Ματ βίασε τα χέρια του να χαλαρώσουν τη λαβή τους στα χαλινάρια. Αυτός που το είχε κάνει δεν ήθελε επιζώντες. Έκανε αργά το γύρο της σκηνής, προσπαθώντας να μη δίνει σημασία στα όρνια που σφύριζαν κι άπλωναν τις φτερούγες όταν περνούσε —το έδαφος ήταν σκληρό και δεν κρατούσε καλά τα αποτυπώματα, αν και του φάνηκε ότι υπήρχαν άλογα που είχαν ακολουθήσει διαφορετικές κατευθύνσεις— και ξαναγύρισε στον Βάνιν. «Μπορούσες να μου το πεις. Δεν ήθελα να το δω». Φως μου, δεν ήθελα!