Το Μεγάλο Κυνήγι
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #2
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Το Μεγάλο Κυνήγι». Краткое содержание книги:
«Έχω δει τέτοια κιβώτια, κιβώτια από την Εποχή των Θρύλων», είπε ο Υψηλός Άρχοντας, «αν και κανένα τόσο έξοχο. Είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να μπορεί να ανοίξουν μόνο εκείνοι που ξέρουν το σχήμα, αλλά — α!» Πίεσε ανάμεσα στις περίτεχνες σπείρες και τα κυφώματα, ακούστηκε ένα ξερό κλικ, και σήκωσε το σκέπασμα. Στο πρόσωπο του τρεμόπαιξε για μια στιγμή μια έκφραση, που θα μπορούσε να ήταν και απογοήτευση.
Ο Φάιν δάγκωσε από μέσα το στόμα του ώσπου κύλησε αίμα, για να μην γρυλίσει. Μην έχοντας ανοίξει αυτός το κιβώτιο, θα διαπραγματευόταν από δυσχερέστερη θέση. Πάντως τα υπόλοιπα θα πήγαιναν όπως τα σχεδίαζε, αρκεί να μην έχανε την υπομονή του. Αλλά έκανε τόσο καιρό υπομονή.
«Αυτά είναι θησαυροί από την Εποχή των Θρύλων;» είπε ο Τούρακ, υψώνοντας με το ένα χέρι το Κέρας του Βαλίρ και με το άλλο το κυρτό εγχειρίδιο με το ρουμπίνι στη χρυσή λαβή. Ο Φάιν έσφιξε τις γροθιές του, καθώς τα χέρια του κρεμόταν στα πλευρά του, για να μην αρπάξει το εγχειρίδιο. «Την Εποχή των Θρύλων», επανέλαβε απαλά ο Τούρακ, διατρέχοντας με την άκρη της λεπίδας τα ασημένια γράμματα, που ήταν χαραγμένα ολόγυρα στο χρυσό στόμιο του Κέρατος. Ύψωσε τα φρύδια έκπληκτος —ήταν η πρώτη αυθόρμητη έκφραση που είχε δει πάνω του ο Φάιν— όμως την άλλη στιγμή το πρόσωπο του ήταν γαλήνιο όσο και πριν. «Έχεις ιδέα τι είναι αυτό;»
«Το Κέρας του Βαλίρ, Υψηλέ Άρχοντα», είπε μειλίχια ο Φάιν, βλέποντας με ευχαρίστηση τον άλλο με την πλεξούδα να μένει με το στόμα ανοιχτό. Ο Τούρακ απλώς ένευσε, σαν να απαντούσε στον εαυτό του.
Ο Υψηλός Άρχοντας απομακρύνθηκε. Ο Φάιν ανοιγόκλεισε τα μάτια, άνοιξε το στόμα, και μετά, με μια κοφτή χειρονομία του κιτρινομάλλη, τον ακολούθησε χωρίς να μιλήσει.
Ήταν άλλο ένα δωμάτιο απ’ όπου έλειπαν τα έπιπλα, στη θέση των οποίων υπήρχαν αναδιπλούμενα χωρίσματα και μια πολυθρόνα, γυρισμένη να βλέπει ένα στρογγυλό ντουλάπι. Κρατώντας ακόμα το Κέρας και το εγχειρίδιο, ο Τούρακ κοίταξε το ντουλάπι και μετά τράβηξε το βλέμμα. Δεν είπε τίποτα, όμως ο άλλος Σωντσάν έδωσε εντολές με οξύ τόνο, και σε λίγες στιγμές εμφανίστηκαν άνδρες με απλές μάλλινες ρόμπες από μια πόρτα πίσω από ένα χώρισμα, που κουβαλούσαν άλλο ένα τραπεζάκι. Μια κοπέλα με μαλλιά τόσο ανοιχτόχρωμα που ήταν σχεδόν λευκά, τους ακολούθησε με τα χέρια γεμάτα μικρά στηρίγματα από γυαλισμένο ξύλο σε διάφορα μεγέθη και σχήματα. Η ρόμπα της ήταν από λευκό μετάξι, τόσο λεπτή, που ο Φάιν μπορούσε να δει καθαρά το σώμα της, αλλά αυτός είχε μάτια μόνο για το εγχειρίδιο. Το Κέρας ήταν ένα μέσο για έναν σκοπό, αλλά το εγχειρίδιο ήταν μέρος του εαυτού του.
Ο Τούρακ άγγιξε ανάλαφρα ένα από τα ξύλινα υποστηρίγματα που του έτεινε η κοπέλα, και εκείνη το ακούμπησε στο κέντρο του τραπεζιού. Οι υπηρέτες γύρισαν την πολυθρόνα για να βλέπει προς εκεί, υπό τις οδηγίες εκείνου με την πλεξούδα. Τα μαλλιά των κατώτερων υπηρετών κρέμονταν ως τους ώμους τους. Βγήκαν, κάνοντας τόσο βαθιές υποκλίσεις που τα κεφάλια τους πλησίαζαν τα γόνατά τους.
Ο Τούρακ έβαλε το Κέρας στο στήριγμα έτσι ώστε να στέκεται όρθιο, ακούμπησε το εγχειρίδιο μπροστά του και πήγε να καθίσει στην πολυθρόνα.
Ο Φάιν δεν άντεχε άλλο. Άπλωσε το χέρι στο εγχειρίδιο.
Ο κιτρινομάλλης τον έπιασε από τον καρπό με λαβή που τσάκιζε κόκαλα. «Αξύριστο σκυλί! Μάθε ότι το χέρι που αγγίζει ακάλεστο την περιουσία του Υψηλού Άρχοντα κόβεται».
«Είναι δικό μου», μούγκρισε ο Φάιν. Υπομονή! Τόσος καιρός!
Ο Τούρακ, όπως έγερνε πίσω στην πολυθρόνα, ύψωσε ένα νύχι που ήταν βαμμένο με γαλάζιο βερνίκι, ενώ ο άλλος τράβηξε τον Φάιν από τη μέση, για να δει ανεμπόδιστα ο Υψηλός Άρχοντας το Κέρας.
«Δικό σου;» είπε ο Τούρακ. «Μέσα σ’ ένα κιβώτιο που δεν μπορούσες να το ανοίξεις; Αν μου κινήσεις αρκετά το ενδιαφέρον, ίσως σου δώσω το εγχειρίδιο. Ακόμα κι αν είναι από την Εποχή των Θρύλων, δεν με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Πριν απ’ όλα, θα μου απαντήσεις σε μια ερώτηση. Γιατί έφερες το Κέρας του Βαλίρ σε μένα;»
Ο Φάιν κοίταξε άλλη μια στιγμή το εγχειρίδιο με λαχτάρα και μετά τράβηξε το χέρι του και έτριψε τον καρπό του καθώς υποκλινόταν. «Ώστε να το ηχήσεις, Υψηλέ Άρχοντα. Και μετά θα μπορείς να κατακτήσεις όλη αυτή τη χώρα, αν το επιθυμείς. Όλο τον κόσμο. Θα μπορείς να γκρεμίσεις το Λευκό Πύργο και να λιώσεις τις Άες Σεντάι, διότι ακόμα και οι δυνάμεις τους δεν μπορούν να σταματήσουν τους ήρωες που επιστρέφουν από τους νεκρούς».