Τα Σταυροδρόμια του Λυκόφωτος
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #10
- Год: 2012
- Язык: греческий
- Переводчик: Κώστας Γερογιάννης
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Τα Σταυροδρόμια του Λυκόφωτος». Краткое содержание книги:
Το αριστοτεχνικό έπος φαντασίας του Ρόμπερτ Τζόρνταν συνεχίζεται.
Καθώς ο Ματ εξαφανίζεται από το Έμπου Νταρ έχοντας απαγάγει την Κόρη των Εννέα Φεγγαριών, μαθαίνει ότι τόσο η Σκιά, όσο και οι δυνάμεις της Αυτοκρατορίας των Σωντσάν, έχουν εξαπολύσει θανάσιμη καταδίωξη εναντίον του.
Στο μεταξύ, ο Πέριν αναζητεί τρόπο να ελευθερώσει τη Φάιλε από τους Σάιντο, όμως ίσως η μόνη του ελπίδα είναι να συμμαχήσει με το εχθρό.
Ως Άμερλιν των εξεγερμένων Άες Σεντάι, η Εγκουέν πολιορκεί την Ταρ Βάλον, μα πρέπει να νικήσει γρήγορα. Αν ο Λευκός Πύργος δεν ενωθεί, οι Άσα’μαν θα είναι οι μόνοι που θα παραμείνουν για να υπερασπιστούν τον κόσμο ενάντια στον Σκοτεινό, και τίποτα δεν θα τους σταθεί εμπόδιο στην απόκτηση της απόλυτης δύναμης.
Σκοτεινόφιλοι κι εχθροί της Ηλαίην σχεδιάζουν την καταστροφή της όσο εκείνη αγωνίζεται για τον Θρόνο του Λιονταριού. Αν αποτύχει, το Άντορ ίσως παραδοθεί στη Σκιά και, μαζί του, ο Αναγεννημένος Δράκοντας, που έχει απαλλάξει το σαϊντίν από το μίασμα, αλλά ακόμη δεν ξέρει ποιους μπορεί να εμπιστευθεί.
Η ανάσα του παρέμεινε σταθερή —ούτως ή άλλως, ο φόνος ήταν κάτι που έπρεπε να συμβαίνει πού και πού και δεν τον συντάραζε πια— αλλά χαμήλωσε με βιαστικές κινήσεις το πτώμα πάνω στο χιόνι, το ακούμπησε στον τοίχο και κάθισε ανακούρκουδα πλάι του, σκουπίζοντας τη λεπίδα στο σκούρο πανωφόρι του νεκρού άντρα και χώνοντας το άλλο του χέρι στη μασχάλη του για να λύσει το ατσάλινο γάντι. Με το κεφάλι του να πηγαίνει πέρα-δώθε, παρακολουθούσε τον δρόμο κι από τις δύο μεριές καθώς ψαχούλευε με γοργές κινήσεις το πρόσωπο του άντρα μέσα στο σκοτάδι. Τα τραχιά κι αξύριστα γένια κάτω από τα δάχτυλά του του αποκάλυψαν πως όντως επρόκειτο για άντρα, αλλά τίποτα περισσότερο. Άντρας, γυναίκα ή παιδί, δεν είχε καμιά διαφορά γι’ αυτόν —οι ανόητοι συμπεριφέρονταν λες και τα παιδιά δεν είχαν μάτια για να δουν και γλώσσα για να αποκαλύψουν όσα είχαν δει— ωστόσο, ευχήθηκε να έπιανε κάποιο μουστάκι ή, έστω, μια διογκωμένη μύτη, κάτι που θα του ανέσυρε κάποια μνήμη για το ποιος μπορεί να ήταν αυτός ο άνθρωπος. Έσφιξε το μανίκι του νεκρού άντρα κι ανακάλυψε ότι φορούσε ένα χοντρό μάλλινο, ούτε ιδιαίτερα καλής ποιότητας ούτε πολύ τραχύ, ενώ το νευρώδες μπράτσο θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει σε γραφιά, σε αμαξηλάτη ή σε πεζικάριο. Με λίγα λόγια, σε οποιονδήποτε, όπως και το πανωφόρι. Ψάχνοντας στο κάτω μέρος του σώματος, άρχισε να ψαχουλεύει στις τσέπες του και βρήκε μια ξύλινη χτένα και μια μπάλα από σπάγκο, τα οποία πέταξε μακριά. Το χέρι του σταμάτησε στο ζωνάρι του άντρα. Μια πέτσινη θήκη κρεμόταν εκεί, άδεια. Κανείς άντρας στη γη δεν θα τραβούσε μαχαίρι αφότου η λάμα του Χάνλον τού είχε τρυπήσει τα πνευμόνια. Βέβαια, οποιοσδήποτε άντρας είχε τα δίκια του να κουβαλάει ένα θηκαρωμένο εγχειρίδιο περπατώντας μονάχος νυχτιάτικα, αλλά ο μόνος λόγος που του ερχόταν αμέσως στο μυαλό ήταν ότι ετούτος εδώ είχε σκοπό να καρφώσει κάποιον πισώπλατα ή να του κόψει τον λαιμό.
Ωστόσο, δεν ήταν παρά μια φευγαλέα παύση. Χωρίς να χάσει χρόνο σε εικασίες, έκοψε το πουγκί του άντρα από τα κορδόνια. Από το βάρος των νομισμάτων που απλώθηκαν στην παλάμη του και που τα έχωσε με βεβιασμένες κινήσεις στις τσέπες του, κατάλαβε ότι δεν επρόκειτο για χρυσάφι, ίσως ούτε καν για ασήμι, αλλά ένα σκισμένο πουγκί χωρίς νομίσματα θα έκανε όποιον έβρισκε το πτώμα να σκεφτεί ότι είχε μπροστά του το θύμα κάποιων παλικαράδων. Ίσιωσε το κορμί του, φόρεσε το γάντι και, λίγα μόλις λεπτά αφότου είχε τραβήξει τη λάμα του, βρέθηκε να δρασκελίζει ξανά το σκεπασμένο με βόρβορο πεζοδρόμιο, με το εγχειρίδιο κρατημένο σφιχτά στα πλευρά του, κάτω από τον μανδύα, και ματιά επιφυλακτική. Δεν χαλάρωσε παρά μόνο όταν βρέθηκε έναν δρόμο μακρύτερα από τον νεκρό άντρα, και πάλι όχι πολύ.
Οι περισσότεροι από αυτούς που θα έπαιρναν είδηση το φονικό, θα αποδέχονταν την ιστορία της δολοφονίας με σκοπό την κλοπή, όχι όμως κι αυτός που είχε στείλει τον τύπο. Το γεγονός ότι τον είχε ακολουθήσει σε όλο τον δρόμο από το παλάτι σήμαινε ότι κάποιος τον είχε στείλει, αλλά ποιος; Ήταν σχεδόν σίγουρος πως, αν κάποια Θαλασσινή ήθελε να τον δει μαχαιρωμένο, θα το αναλάμβανε η ίδια. Μπορεί οι γυναίκες του Σογιού να του προκαλούσαν προβλήματα με την ύπαρξή τους και μόνο, όμως κατά τ’ άλλα φαίνονταν να διατηρούν χαμηλούς τόνους. Ναι, είναι αλήθεια πως όσοι εξασκούνται στη διακριτικότητα και τους χαμηλούς τόνους, συνήθως καταλήγουν να πληρώσουν έναν μαχαιροβγάλτη κάποιο βράδυ, αλλά ο Χάνλον δεν είχε ανταλλάξει ποτέ περισσότερες από τρεις λέξεις με τις γυναίκες του Σογιού και σίγουρα δεν είχε προσπαθήσει ποτέ να βλάψει κάποια απ’ αυτές. Αν και θεωρούσε πιο πιθανό να είχαν στείλει οι Άες Σεντάι τον επίδοξο φονιά, ήταν σίγουρος ότι δεν είχε κάνει το παραμικρό για να τους κινήσει υποψίες. Πάντως, οποιαδήποτε από δαύτες μπορεί να είχε τους δικούς της λόγους για να θέλει να τον δει νεκρό. Ποτέ δεν ξέρεις με τις Άες Σεντάι. Η Μπιργκίτε Τραχέλιον ήταν ένα ανόητο κοριτσάκι, που έμοιαζε να πιστεύει ότι ήταν στ’ αλήθεια ηρωίδα βγαλμένη από κάποια ιστορία, ίσως η αληθινή Μπιργκίτε —αν, δηλαδή, υπήρξε ποτέ— και τον θεωρούσε απειλή για τη θέση της. Θα μπορούσε να είναι πόρνη, έτσι όπως σουλάτσαρε πέρα-δώθε στους διαδρόμους με εκείνα τα εφαρμοστά παντελόνια, αλλά το βλέμμα της ήταν παγερό. Το βλέμμα που είχαν όλοι όσοι πρόσταζαν χωρίς δεύτερη σκέψη να κοπεί ένας λαιμός. Η τελευταία πιθανότητα, ωστόσο, ήταν αυτή που τον ανησυχούσε περισσότερο. Οι κύριοι του δεν συγκαταλέγονταν στους πιο εύπιστους ανθρώπους και, σίγουρα, ούτε στους πιο έμπιστους. Κι η Αρχόντισσα Σιάιν Άβαρχιν, που του έδινε εντολές στην παρούσα φάση, ήταν εκείνη που τον είχε αναγκάσει να βγει μες στη νύχτα. Εκεί, εντελώς συμπτωματικά, τον περίμενε και τον ακολούθησε ένας τύπος με μαχαίρι. Δεν πίστευε στις συμπτώσεις, άσχετα από το τι έλεγε ο κόσμος γι’ αυτόν τον αλ’Θόρ.