Οι Φλόγες του Ουρανού
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #5
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Οι Φλόγες του Ουρανού». Краткое содержание книги:
Ο Τροχός του Χρόνου γυρνά, και οι εποχές έρχονται και φεύγουν, αφήνοντας πίσω αναμνήσεις που γίνονται θρύλος. Ο θρύλος ξεθωριάζει και γίνεται μύθος· ακόμα και ο μύθος έχει ξεχαστεί από καιρό, όταν ξανάρχεται η Εποχή που τον γέννησε.
Οι Εκλεκτοί είναι ελεύθεροι και ήδη καταστρώνουν σχέδια για τη Μεγάλη Μέρα του Γυρισμού, όταν ο Σκοτεινός θα ξαναπατήσει το πόδι του στη Γη. Τόσο οι σκέψεις όσο και οι μηχανορραφίες τους περιστρέφονται αναπόφευκτα γύρω από τη σύλληψη του Αναγεννημένου Δράκοντα.
Η Ελάιντα, νεοεκλεγείσα Άμερλιν των Άες Σεντάι, επίσης έχει στο μυαλό της μόνο τη σύλληψη του Αναγεννημένου Δράκοντα. Γνωρίζει ότι ο Σκοτεινός θα απελευθερωθεί, ότι η Τελευταία Μάχη έρχεται και ότι ο Αναγεννημένος Δράκοντας πρέπει να είναι εκεί για να τον αντιμετωπίσει, αλλιώς ο κόσμος είναι καταδικασμένος στη φωτιά και στον απόλυτο όλεθρο. Η νέα Άμερλιν πρέπει να εξασφαλίσει ότι ο Άρχοντας Δράκοντας θα βαδίσει προς το θάνατο που του έχει προφητευθεί.
Και ο Ραντ αλ’Θόρ, ο αναγεννημένος Δράκοντας, κρυμμένος στην αρχαία πόλη του Ρουίντιαν, περιμένει τις πολεμικές φατρίες του Άελ να συσπειρωθούν υπό τις διαταγές και το λάβαρό του...
Ο Κουλάντιν και οι Σάιντο ήταν Αελίτες. Το ίδιο όμως και η Αβιέντα, και η Μπάιρ και η Άμυς και η Μελαίν, και ο Ρούαρκ, που έλεγε στην Εγκουέν ότι του θύμιζε μια από τις κόρες του. Είχαν δείξει να αηδιάζουν με τους ανασκολοπισμούς, αλλά όμως έμοιαζαν να πιστεύουν ότι δεν ήταν κάτι πολύ παραπάνω απ’ ό,τι άξιζαν οι δενδροφονιάδες. Ίσως ο μόνος τρόπος για να μάθεις πραγματικά τους Αελίτες ήταν να έχεις γεννηθεί Αελίτης.
Έριξε μια τελευταία ματιά στην αφανισμένη πόλη και, καβάλα στη Μιστ, προχώρησε προς τον πέτρινο φράχτη και βγήκε από την πύλη, γέρνοντας από συνήθεια για να δέσει το πέτσινο λουρί που έκλεινε τα φύλλα. Η ειρωνεία ήταν ότι, όπως έλεγε η Μουαραίν, το Σέλεαν μπορεί να είχε πάει με το μέρος του Κουλάντιν. Στα ασταθή ρεύματα του Ντάες Νταε’μάρ, αν ισορροπούσαν από τη μια έναν Αελίτη εισβολέα και από την άλλη κάποιον που είχε στείλει Δακρυνούς στην Καιρχίν, η απόφαση μπορεί να βάραινε προς οποιαδήποτε πλευρά της πλάστιγγας, αν τους είχε δώσει ο Κουλάντιν μια ευκαιρία να διαλέξουν.
Η Εγκουέν ακολούθησε τον φαρδύ δρόμο, ώσπου έφτασε κοντά στον Ραντ, ο οποίος σήμερα φορούσε κόκκινο σακάκι, και έμεινε με την Αβιέντα και την Άμυς και τις τουλάχιστον τριάντα Σοφές που γνώριζε ελάχιστα, οι οποίες τον ακολουθούσαν από μικρή απόσταση. Ο Ματ, με το καπέλο και τη λόγχη του με το μαύρο κοντάρι, και ο Τζέησιν Νατάελ, με τη δερμάτινη θήκη της άρπας κρεμασμένη στον ώμο του και με το πορφυρό λάβαρο να κυματίζει στο αεράκι, προχωρούσαν με τ’ άλογά τους, όμως βιαστικοί Αελίτες προσπερνούσαν την ομάδα τους από δεξιά κι αριστερά, επειδή ο Ραντ, καβάλα στο σταχτί πιτσιλωτό φαρί του, μιλούσε με τους αρχηγούς φατρίας. Παρ’ όλο που φορούσαν φούστες, οι Σοφές θα πρόφταιναν μια χαρά τις φάλαγγες που περνούσαν, αν δεν είχαν κολλήσει στον Ραντ σαν ρετσίνι. Μόλις που κοίταξαν την Εγκουέν, αφού τα μάτια και τα αυτιά τους ήταν γυρισμένα στον Ραντ και τους έξι αρχηγούς.
«...και όποιος περάσει μετά τον Τίμολαν», έλεγε ο Ραντ με σταθερή φωνή, «πρέπει να μάθει το ίδιο πράγμα». Τα Σκυλιά της Πέτρας, που είχαν αφήσει για να παρακολουθούν το Τάιεν, είχαν επιστρέψει αναφέροντας ότι το Μιαγκόμα είχε μπει στο πέρασμα μια μέρα μετά. «Ήρθα για να εμποδίσω τον Κουλάντιν να ρημάξει αυτή τη γη, όχι για να τη λεηλατήσω».
«Σκληρό μήνυμα», είπε ο Μπάελ, «και για μας τους υπόλοιπους, αν εννοείς ότι δεν μπορούμε να πάρουμε το πέμπτο». Ο Χαν και οι υπόλοιποι ένευσαν, ακόμα και ο Ρούαρκ.
«Το πέμπτο, σας το δίνω». Ο Ραντ δεν ύψωσε τη φωνή, αλλά ξαφνικά τα λόγια του ήταν σαν καρφιά που χώνονταν βαθιά. «Αλλά δεν μπορεί να το αποτελούν καθόλου τρόφιμα. Μπορούμε να ζήσουμε τρώγοντας ό,τι βρούμε, ό,τι κυνηγήσουμε, ό,τι αγοράσουμε —αν υπάρχει κανείς με τρόφιμα να μας πουλήσει― μέχρι να βάλω τους Δακρυνούς να αυξήσουν τις αποστολές από το Δάκρυ. Αν πάρει κανείς έστω μια πέννα παραπάνω από το πέμπτο, έστω ένα καρβέλι δίχως πληρωμή, αν κάψει έστω και μια καλύβα, επειδή ανήκει σε δενδροφονιά, ή αν σκοτώσει έναν άνθρωπο που δεν προσπαθεί να τον σκοτώσει εκείνος, τότε θα τον κρεμάσω, όποιος κι αν είναι».
«Δύσκολο να το πει κανείς στις φατρίες», είπε ο Ντηάρικ, σχεδόν εξίσου σκληρά. «Ήρθα να ακολουθήσω Εκείνον Που Έρχεται Με την Αυγή, όχι να νταντεύω επίορκους». Ο Μπάελ και ο Τζέραν άνοιξαν τα στόματα σαν να ’θελαν να συμφωνήσουν, αλλά είδαν ο ένας τον άλλο και τα έκλεισαν μ’ έναν ξερό χτύπο των δοντιών.
«Άκουσε τα λόγια μου, Ντηάρικ», είπε ο Ραντ. «Ήρθα να σώσω αυτή τη γη, όχι να την καταστρέψω ακόμα περισσότερο. Ό,τι λέω ισχύει για όλες τις φατρίες, μαζί και για το Μιαγκόμα και για όσους άλλους ακολουθήσουν. Για όλες τις φατρίες. Ακούστε τα λόγια μου». Αυτή τη φορά κανείς δεν μίλησε κι ο Ραντ ξανανέβηκε στη σέλα του Τζήντ’εν κι άφησε τον επιβήτορα να προχωρήσει ανάμεσα στους αρχηγούς. Εκείνα τα Αελίτικα πρόσωπα δεν έδειχναν την παραμικρή έκφραση.