Τα Σταυροδρόμια του Λυκόφωτος
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #10
- Год: 2012
- Язык: греческий
- Переводчик: Κώστας Γερογιάννης
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Τα Σταυροδρόμια του Λυκόφωτος». Краткое содержание книги:
Το αριστοτεχνικό έπος φαντασίας του Ρόμπερτ Τζόρνταν συνεχίζεται.
Καθώς ο Ματ εξαφανίζεται από το Έμπου Νταρ έχοντας απαγάγει την Κόρη των Εννέα Φεγγαριών, μαθαίνει ότι τόσο η Σκιά, όσο και οι δυνάμεις της Αυτοκρατορίας των Σωντσάν, έχουν εξαπολύσει θανάσιμη καταδίωξη εναντίον του.
Στο μεταξύ, ο Πέριν αναζητεί τρόπο να ελευθερώσει τη Φάιλε από τους Σάιντο, όμως ίσως η μόνη του ελπίδα είναι να συμμαχήσει με το εχθρό.
Ως Άμερλιν των εξεγερμένων Άες Σεντάι, η Εγκουέν πολιορκεί την Ταρ Βάλον, μα πρέπει να νικήσει γρήγορα. Αν ο Λευκός Πύργος δεν ενωθεί, οι Άσα’μαν θα είναι οι μόνοι που θα παραμείνουν για να υπερασπιστούν τον κόσμο ενάντια στον Σκοτεινό, και τίποτα δεν θα τους σταθεί εμπόδιο στην απόκτηση της απόλυτης δύναμης.
Σκοτεινόφιλοι κι εχθροί της Ηλαίην σχεδιάζουν την καταστροφή της όσο εκείνη αγωνίζεται για τον Θρόνο του Λιονταριού. Αν αποτύχει, το Άντορ ίσως παραδοθεί στη Σκιά και, μαζί του, ο Αναγεννημένος Δράκοντας, που έχει απαλλάξει το σαϊντίν από το μίασμα, αλλά ακόμη δεν ξέρει ποιους μπορεί να εμπιστευθεί.
Η γυναίκα δεν είχε αποδείξει τίποτα περισσότερο από την ικανότητά της στην κατασκοπεία και στο ξετρύπωμα μυστικών, αλλά κι αυτή χρήσιμη ικανότητα ήταν. Από την άλλη, η Φάιλε είχε υπ’ όψιν της τουλάχιστον δύο γκαϊ’σάιν που προσπάθησαν να δραπετεύσουν και προδόθηκαν από άλλους. Πράγματι, μερικοί άνθρωποι δεν το είχαν σε τίποτα να πατήσουν επί πτωμάτων, ανεξαρτήτως επιπτώσεων. Η Αραβαϊν, όμως, γνώριζε ήδη αρκετά κι αυτό μπορούσε να καταστρέψει τα πάντα. Η Φάιλε αναλογίστηκε ξανά το κρυμμένο της μαχαίρι. Μια νεκρή γυναίκα δεν μπορούσε να αποκαλύψει τίποτα. Το μαχαίρι, ωστόσο, βρισκόταν μισό μίλι μακριά. Επιπλέον, ήταν δύσκολο να βρει τρόπο να κρύψει το πτώμα, άσε που η γυναίκα μπορεί όντως να τα είχε συμφωνήσει με τη Σεβάνα απλώς αναφέροντάς της ότι η Φάιλε σκόπευε να το σκάσει.
Η Φάιλε πήρε τα χέρια της Αραβαϊν στα δικά της και της μίλησε το ίδιο βεβιασμένα. «Υπό το Φως, αποδέχομαι τη δέσμευσή σου και δηλώνω ότι θα υπερασπιστώ και θα προστατεύσω εσένα και τους δικούς σου ενάντια σε καταστροφές, μάχες, θύελλες και σε όσα δεινά φέρει ο χρόνος. Λοιπόν, ξέρεις κανέναν άλλον άξιο εμπιστοσύνης; Όχι ανθρώπους που νομίζεις ότι μπορείς να εμπιστευθείς, αλλά ανθρώπους που ξέρεις ότι μπορείς».
«Όχι σ’ αυτό το θέμα, Αρχόντισσά μου», απάντησε βλοσυρά η Αραβαϊν. Το πρόσωπό της, ωστόσο, έλαμψε από ανακούφιση. Δεν ήταν σίγουρη ότι η Φάιλε θα την αποδεχόταν, αλλά αφού η Φάιλε είδε ότι επρόκειτο για γνήσια ανακούφιση, έτεινε να την πιστέψει, αν κι όχι απόλυτα. «Οι μισοί θα πρόδιδαν και τη μάνα τους, ελπίζοντας να κερδίσουν την ελευθερία τους, κι οι άλλοι μισοί φοβούνται να προσπαθήσουν, άσε που μπορεί να πανικοβληθούν στην πορεία. Ίσως υπάρχουν μερικοί άξιοι εμπιστοσύνης, έχω υπ’ όψιν μου ένα-δυο άτομα, αλλά θέλω να είμαι προσεκτική και σίγουρη. Ένα λάθος είναι αρκετό για να χαλάσουν όλα».
«Πολύ προσεκτική», συμφώνησε η Φάιλε. «Όντως η Σεβάνα σου είπε να με φωνάξεις; Αν όχι...»
Φαίνεται, όμως, πως πράγματι η Σεβάνα είχε στείλει να τη φωνάξουν, κι η Φάιλε βιάστηκε να πάει στη σκηνή της —μάλιστα, έδειχνε πιο βιαστική απ’ όσο θα ήθελε. Ήταν εξοργιστικό να άγχεται διαρκώς προκειμένου να αποφύγει τη δυσαρέσκεια της Σεβάνα— αλλά κανείς δεν της έδωσε την παραμικρή σημασία όταν μπήκε μέσα και στάθηκε πειθήνια πλάι στην υφασμάτινη είσοδο.
Η σκηνή της Σεβάνα δεν ήταν χαμηλή, κατά το πρότυπο των Αελίτικων κατασκευών, αλλά ένας πάνινος τοίχος από κόκκινο καναβάτσο, αρκετά μεγάλος για να χρειάζεται δύο υποστηρικτικές δοκούς, φωτισμένος από δέκα φανούς. Δύο επίχρυσα μαγκάλια εξέπεμπαν σχετική ζεστασιά, ενώ αναδυόμενες λεπτές τολύπες καπνού στροβιλίζονταν μέσα από τις τρύπες της οροφής, αν κι η θερμοκρασία στο εσωτερικό ελάχιστα διέφερε από εκείνη έξω. Βαριά χαλιά, τοποθετημένα αφού το χιόνι είχε σκουπιστεί προσεκτικά πρώτα, δημιουργούσαν ένα δάπεδο κόκκινων, πράσινων και γαλάζιων αποχρώσεων, λαβυρίνθους Δακρυνής τεχνοτροπίας από άνθη και ζώα. Μεταξωτά μαξιλαράκια με φούντες βρίσκονταν απλωμένα πάνω στα χαλιά, κι ένα κάθισμα —ένα ογκώδες κατασκεύασμα περίτεχνα σκαλισμένο και με βαριά επιχρύσωση— ήταν ακουμπισμένο σε μια γωνία. Η Φάιλε δεν είχε δει ποτέ κανέναν να κάθεται επάνω του, αλλά η ύπαρξή του εκεί υπονοούσε την παρουσία αρχηγού φυλής, το ήξερε πολύ καλά. Ωστόσο, δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα να στέκεται με τη ματιά χαμηλωμένη. Τρεις άλλοι γκαϊ’σάιν με χρυσές ζώνες και γιακάδες, ένας εκ των οποίων ήταν γενειοφόρος άντρας, στέκονταν κατά μήκος του ενός τοιχώματος της σκηνής, σε περίπτωση που χρειάζονταν οι υπηρεσίες τους. Η Σεβάνα ήταν εκεί, το ίδιο κι η Θεράβα.
Η Σεβάνα ήταν ψηλή γυναίκα —λίγο ψηλότερη από τη Φάιλε— με ανοιχτοπράσινα μάτια και μαλλιά που έμοιαζαν να τα είχαν γνέσει με χρυσάφι. Θα μπορούσε να θεωρηθεί όμορφη, αν στα σαρκώδη χείλη της δεν κρυβόταν μια έντονη υπόνοια πλεονεξίας. Το παρουσιαστικό της ελάχιστα θύμιζε Αελίτισσα, εκτός από τα μάτια, τα μαλλιά και το ηλιοκαμένο πρόσωπο. Η μπλούζα της ήταν από λευκό μετάξι, η φούστα επίσης μεταξωτή, σε σκούρα γκρι απόχρωση, με χώρισμα ιππασίας, ενώ το μαντίλι που είχε τυλίξει γύρω από τους κροτάφους της είχε ένα εκθαμβωτικό, χρυσοπόρφυρο χρώμα, κι αυτό από μετάξι. Κόκκινες μπότες ξεχώριζαν στα πόδια της μόλις κουνιόταν το στρίφωμα της φούστας της. Δαχτυλίδια γεμάτα πολύτιμους λίθους στόλιζαν το κάθε της δάχτυλο, ενώ τα περιδέραια και τα βραχιόλια της ήταν φτιαγμένα από μεγάλα μαργαριτάρια, σμιλεμένα διαμάντια, ρουμπίνια μεγάλα σαν αβγά περιστεριού, ζαφείρια, σμαράγδια και φλογόσταλες, που έκαναν οτιδήποτε φορούσε η Σόμεριν να ωχριά μπροστά τους. Κανείς από όλους αυτούς τους πολύτιμους λίθους δεν ήταν Αελίτικης προέλευσης. Από την άλλη, η Θεράβα ήταν ντυμένη με Αελίτικα ρούχα από σκούρο μάλλινο και λευκό αλγκόντ, ενώ τα χέρια της ήταν γυμνά και τα περιδέραιά της φτιαγμένα από χρυσό και φίλντισι. Δεν φορούσε ούτε δαχτυλίδια, ούτε πετράδια. Ψηλότερη από τους περισσότερους άντρες, με τα σκούρα κόκκινα μαλλιά της να έχουν ήδη μερικές άσπρες λωρίδες, έμοιαζε με γαλανομάτη αετό έτοιμο να καταβροχθίσει τη Σεβάνα σαν να ήταν σακάτικο αρνί. Η Φάιλε σκέφτηκε ότι ήταν δέκα φορές προτιμότερο να προκαλέσει την οργή της Σεβάνα παρά της Θεράβα, αλλά οι δύο γυναίκες κάθισαν αντικριστά σε ένα τραπέζι διακοσμημένο με φίλντισι και τουρκουάζ κι αλληλοκοιτάχτηκαν αγριεμένα.