Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Οι Φλόγες του Ουρανού
Οι Φλόγες του Ουρανού - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Οι Φλόγες του Ουρανού

Электронная книга - «Οι Φλόγες του Ουρανού». Краткое содержание книги:

Το Πέμπτο Βιβλίο του Τροχού του Χρόνου
Ο Τροχός του Χρόνου γυρνά, και οι εποχές έρχονται και φεύγουν, αφήνοντας πίσω αναμνήσεις που γίνονται θρύλος. Ο θρύλος ξεθωριάζει και γίνεται μύθος· ακόμα και ο μύθος έχει ξεχαστεί από καιρό, όταν ξανάρχεται η Εποχή που τον γέννησε.
Οι Εκλεκτοί είναι ελεύθεροι και ήδη καταστρώνουν σχέδια για τη Μεγάλη Μέρα του Γυρισμού, όταν ο Σκοτεινός θα ξαναπατήσει το πόδι του στη Γη. Τόσο οι σκέψεις όσο και οι μηχανορραφίες τους περιστρέφονται αναπόφευκτα γύρω από τη σύλληψη του Αναγεννημένου Δράκοντα.
Η Ελάιντα, νεοεκλεγείσα Άμερλιν των Άες Σεντάι, επίσης έχει στο μυαλό της μόνο τη σύλληψη του Αναγεννημένου Δράκοντα. Γνωρίζει ότι ο Σκοτεινός θα απελευθερωθεί, ότι η Τελευταία Μάχη έρχεται και ότι ο Αναγεννημένος Δράκοντας πρέπει να είναι εκεί για να τον αντιμετωπίσει, αλλιώς ο κόσμος είναι καταδικασμένος στη φωτιά και στον απόλυτο όλεθρο. Η νέα Άμερλιν πρέπει να εξασφαλίσει ότι ο Άρχοντας Δράκοντας θα βαδίσει προς το θάνατο που του έχει προφητευθεί.
Και ο Ραντ αλ’Θόρ, ο αναγεννημένος Δράκοντας, κρυμμένος στην αρχαία πόλη του Ρουίντιαν, περιμένει τις πολεμικές φατρίες του Άελ να συσπειρωθούν υπό τις διαταγές και το λάβαρό του...
1 ... 118 119 120 121 122 123 124 125 126 ... 478
Перейти на страницу:

«Σοφή γυναίκα η Λίνι», είπε η Νυνάβε. «Ίσως μάθουμε κάτι, αν ξαναδούμε ματσάκι με κίτρινα λουλούδια να κρέμεται ανάποδα, αλλά μέχρι τότε νομίζω ότι πρέπει να φερόμαστε σαν να έχει το Μαύρο Άτζα τον έλεγχο του Πύργου».

«Η κυρά Μακούρα τώρα θα έχει στείλει κι άλλο περιστέρι στη Νάρενγουιν. Με την περιγραφή της άμαξας και των φορεμάτων που πήραμε, πιθανότατα επίσης και του Θομ με τον Τζούιλιν».

«Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι τώρα. Δεν θα είχαν συμβεί όλα αυτά, αν δεν χασομερούσαμε διασχίζοντας την Τάραμπον. Έπρεπε να πάρουμε πλοίο». Η Ηλαίην έμεινε άναυδη με τον επιτιμητικό τόνο της και η Νυνάβε είχε την αξιοπρέπεια να κοκκινίσει ξανά. «Ό,τι έγινε έγινε. Η Μουαραίν ξέρει τη Σιουάν Σάντσε. Ίσως η Εγκουέν μπορέσει να τη ρωτήσει αν―»

Ξαφνικά η άμαξα τραντάχτηκε και σταμάτησε, ρίχνοντας την Ηλαίην προς τα μπρος, πάνω στη Νυνάβε. Άκουσε άλογα να χλιμιντρίζουν και να σφαδάζουν, καθώς σηκωνόταν με φόβο και βιασύνη, ενώ η Νυνάβε την έσπρωχνε.

Αγκαλιάζοντας το σαϊντάρ, έβγαλε το κεφάλι από το παράθυρο ― και το άφησε με ανακούφιση. Ήταν κάτι που είχε δει μερικές φορές να περνά από το Κάεμλυν. Ένα περιπλανώμενο θηριοτροφείο είχε κατασκηνώσει ανάμεσα στις σκιές του δειλινού σε ένα μεγάλο ξέφωτο πλάι στο δρόμο. Ένα μεγάλο λιοντάρι με μαύρη χαίτη ξάπλωνε μισοκοιμισμένο σε ένα κλουβί που καταλάμβανε ολόκληρο το πίσω μέρος μιας άμαξας, ενώ οι δύο συντρόφισσες του τριγυρνούσαν μέσα σ’ ένα άλλο κλουβί. Υπήρχε και τρίτο, που έχασκε ανοιχτό· μπροστά του, μια γυναίκα είχε βάλει δυο μαύρες αρκούδες με άσπρες μουσούδες να ισορροπήσουν πάνω σε μεγάλες κόκκινες μπάλες. Σ’ ένα άλλο κλουβί υπήρχε κάτι που έμοιαζε με μεγάλο τριχωτό αγριόχοιρο, με τη διαφορά ότι η μουσούδα του ήταν πολύ μυτερή και τα πόδια του είχαν δάχτυλα με γαμψά νύχια· ήξερε ότι αυτό το είχαν φέρει από την Ερημιά του Άελ και ονομαζόταν καπάρ. Υπήρχαν άλλα ζώα σε άλλα κλουβιά, όπως και πουλιά με λαμπερά χρώματα, αλλά, αντίθετα από κάθε άλλο θηριοτροφείο που είχε δει, αυτό εδώ είχε και θεάματα με ανθρώπους: δύο άνδρες πετούσαν ο ένας στον άλλο στεφάνια δεμένα με κορδέλες, τέσσερις ακροβάτες εξασκούνταν στο να στέκονται ο ένας στους ώμους του άλλου σχηματίζοντας μια ψηλή κολόνα, και μια γυναίκα τάιζε καμιά δεκαριά σκυλιά, που περπατούσαν στα πίσω πόδια και έκαναν για χάρη της ανάποδες τούμπες. Κάπου στο βάθος κάποιοι άνδρες έστηναν δυο ψηλά κοντάρια· δεν ήξερε τι σκοπό είχαν.

Τίποτα απ’ αυτά δεν έφταιγε που τα άλογα είχαν ορθωθεί στα χάμουρά τους και γούρλωναν τα μάτια, παρ’ όλες τις προσπάθειες του Θομ να τα συγκρατήσει. Μπορούσε και η ίδια η Ηλαίην να μυρίσει τα λιοντάρια, όμως αυτό που κοίταζαν με τρομαγμένα μάτια τα άλογα ήταν τρία πελώρια, ρυτιδιασμένα γκρίζα ζώα. Τα δύο ήταν ψηλά όσο και η άμαξα, με μεγάλα αυτιά και μεγάλους στριφογυριστούς χαυλιόδοντες πλάι σε μια μακριά μύτη που κρεμόταν ως το έδαφος. Το τρίτο, κοντύτερο από τα άλογα, αν και μάλλον εξίσου βαρύ, δεν είχε χαυλιόδοντες. θεώρησε πως ήταν το μωρό. Μια γυναίκα με μαλλιά στο χρώμα της ώχρας έξυνε το μικρό πίσω από το αυτί με ένα βαρύ, στραβό βούκεντρο. Η Ηλαίην είχε ξαναδεί κι αυτά τα πλάσματα. Και δεν περίμενε ότι θα τα ξανάβλεπε ποτέ της.

Ένας ψηλός μελαχρινός ήρθε από την κατασκήνωση και φορούσε, αν ήταν δυνατόν σ’ αυτή τη ζέστη, ένα κόκκινο μεταξωτό μανδύα που τον ανέμισε επιτηδευμένα, καθώς υποκλινόταν κομψά. Ήταν καλοκαμωμένος, με παράστημα, και το ήξερε. «Συγχώρεσέ με, Αρχόντισσα μου, αν τα γιγαντιαία χοιράλογα τρόμαξαν τα ζώα σου». Ορθώθηκε και έκανε νόημα σε δύο άνδρες του να ησυχάσουν τα άλογα, κοντοστάθηκε, κοιτάζοντάς την, και μουρμούρισε, «Καρδιά μου, μη βροντοχτυπάς». Το είπε αρκετά δυνατά και η Ηλαίην κατάλαβε ότι το είχε πει με σκοπό να ακουστεί. «Με λένε Βάλαν Λούκα, Αρχόντισσά μου, και είμαι διασκεδαστής ασύγκριτος. Η παρουσία σου με πλημμυρίζει δέος». Έκανε άλλη μια υπόκλιση, πιο επιδεικτική από την πρώτη.

Η Ηλαίην αντάλλαξε ένα βλέμμα με την Νυνάβε και είδε στο πρόσωπό της το χαμόγελο που ένιωθε να υπάρχει και στα δικά της χείλη. Σίγουρα αυτός ο Βάλαν Λούκα ήταν ένας άκρως αυτάρεσκος άνθρωπος. Οι άνθρωποί του είχαν καταφέρει με επιδεξιότητα να ηρεμήσουν τα άλογα· τα ζώα ακόμα ρουθούνιζαν και χτυπούσαν τα πόδια τους, αλλά τα μάτια τους δεν ήταν γουρλωμένα όπως πριν. Ο Θομ και ο Τζούιλιν κοίταζαν τα παράξενα ζώα σχεδόν εξίσου ανήσυχα όσο και τα άλογα.

«Χοιράλογα, αφέντη Λούκα;» είπε η Ηλαίην. «Από πού προέρχονται;»

«Γιγαντιαία χοιράλογα, Αρχόντισσά μου» ήρθε η άμεση απάντηση, «από το μυθικό Σάρα, όπου εγώ προσωπικά οδήγησα μια αποστολή σε μια άγνωστη γη γεμάτη παράξενους πολιτισμούς και ακόμα πιο παράξενα θαύματα που τους παγιδεύουν. Με μεγάλη αγαλλίαση θα μπορούσα να σου μιλήσω γι’ αυτά. Γιγαντιαίοι άνθρωποι, διπλάσιοι στο μπόι από τους Ογκιρανούς». Έκανε μεγαλοπρεπείς χειρονομίες για να της δείξει. «Όντα δίχως κεφάλι. Πουλιά τόσο μεγάλα, που μπορούν να σηκώσουν στον αέρα ένα μεγάλο ταύρο. Φίδια που μπορούν να καταπιούν άνθρωπο. Πόλεις φτιαγμένες από καθαρό χρυσάφι. Κατέβα, Αρχόντισσά μου, κι επίτρεψέ μου να σου τα πω».

1 ... 118 119 120 121 122 123 124 125 126 ... 478
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)