Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Εάν η αγάπη την οποίαν εντέλλεται το Ευαγγέλιον, ήτο φυσική εν τη καταστάσει της πτώσεως ημών, τότε θα ήτο περιττή η κλήσις: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου … αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Όταν όμως η αγάπη εκείνη εγγίση την καρδίαν, τότε το πνεύμα ημών βλέπει τον Θεόν εν Φωτί και ζη δι’ Αυτού και εν Αυτώ. Ο Θεός υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην διάνοιαν. Ουδεμία αφηρημένη έννοια προσιδιάζει εις Αυτόν. Είναι Ζων. Η παντοδύναμια Αυτού είναι άμετρος· η αγάπη Αυτού ανεκδιήγητος. Η μετ’ Αυτού ζωή είναι πλούτος άρρητος.
Να είναι τις τυφλός είναι μεγάλη στέρησις. Δεν υπάρχει όμως μεγαλυτέρα συμφορά και βαθυτέρα οδύνη της αγνοίας του Θεού.
Εάν ο «άνθρωπος Χριστός Ιησούς», ο παραδούς εαυτόν εκουσίως δια την λύτρωσιν πάντων, προσηύχετο προς τον Πατέρα: «Πάτερ Μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ Εμού, εάν μη αυτό πίω, γεννηθήτω το θέλημά Σου», τότε τι δυνάμεθα να είπωμεν περί εαυτών ημείς οι ολιγόψυχοι; }306}
Ως βάσις της ασκήσεως ημών κείται ο πόθος να αποκτήσωμεν την επηγγελμένην αγάπην του Χριστού. Όταν το Πνεύμα της αγάπης του Χριστού εισέλθη εντός ημών, η ψυχή διψά την σωτηρίαν πάντων των ανθρώπων. Μετά τρόμου διαπιστοί ότι ουχί πάντες επιθυμούν δι’ εαυτούς εκείνο περί του οποίου αύτη δέεται προσευχομένη υπέρ αυτών. Έτι πλέον συναντώμεν εις αυτούς άρνησιν, εισέτι δε και έχθραν. Και πως είναι δυνατόν να σωθή ο άνθρωπος ευρισκόμενος εν τοιαύτη διαστροφή; }307}
… τι άλλο θα ικανοποιήση ημάς εν όλη τη κτίσει; Αληθώς, ουδέν όντως υπάρχει, όπερ θα ηδύνατο να χωρίση ημάς απ’ Αυτού, όσον βαρύς και εάν είναι ο αγών ημών. Διήνοιξε τους οφθαλμούς ημών προς το άπειρον και είναι αδύνατον πλέον να κλείσωμεν αυτούς εκ νέου και να προτιμήσωμεν την τυφλότητα των αρτιγεννήτων:
Εν τω κόσμω τούτω η ζώσα πείρα της υποστάσεως σπανίως δίδεται εις τους ανθρώπους: Έρχεται δια της χριστομιμήτου προσευχής υπέρ του σύμπαντος κόσμου … Εν τοιαύτη προσευχή βιούται το ομοούσιον του ανθρωπίνου γένους. Δι’ αυτής αποκαλύπτεται εις ημάς το οντολογικόν νόημα της "δευτέρας εντολής". Όλος ο Αδάμ γίνεται είς Άνθρωπος-Ανθρωπότης.
Παν ότι είναι κατώτερον τούτου, είναι κατώτερον και της ευαγγελικής εντολής. Ευλόγως θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι η εν ταις εντολαίς του Χριστού ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ εις τας αληθινάς αυτής διαστάσεις. Εν τη οντολογική αυτού αξία ο Χριστιανισμός υπερβαίνει αμέτρως την σύνεσιν εκείνων, οίτινες εκ ραθυμίας δεν θέλουν να αποκτήσουν την αγίαν θεογνωσίαν, ήτις και είναι η αιώνιος ζωή. }309} Οι άνθρωποι αναζητούν την αλήθειαν. Πολλοί αγαπούν τον Χριστόν, αλλά συχνάκις επιχειρούν να υποβιβάσουν το Ευαγγέλιον εις το επίπεδον της ηθικής διδασκαλίας. … Ίνα πληρωθώμεν αληθώς εκ της θεοποιού δυνάμεως του Ευαγγελικού λόγου, είναι ανάγκη να μοχθήσωμεν έτι μάλλον ή δια την επίτευξιν πρακτικών ή επιστημονικών γνώσεων. … «Η μακραίων πείρα της ακαδημαϊκής θεολογίας απέδειξε μετά πειστικότητος ότι είναι δυνατόν να έχη τις ευρείαν πολυμάθειαν επί του πεδίου της επιστημονικής θεολογίας και μη έχων ζώσαν πίστιν, τουτέστιν αγνοών πλήρως τον Θεόν. Εν τοιαύταις περιπτώσεσιν η θεολογία αποβαίνει διανοητική ενασχόλησις, ως και η νομική επιστήμη. Ως αύτη διαφέρει εις εκάστην χώραν, ούτω και η θεολογία διαφοροποιείται εν τω πλήθει των διηρημένων ομολογιών». }310}
Εν καταστάσει υψίστης δεκτικότητος ελάβομεν την πληροφορίαν περί ενός ιδιαιτέρας τάξεως Είναι, το οποίον δι’ Εαυτό ουδεμίαν έχει εξωτερικήν αιτίαν, αρχήν ή τέλος. Είναι αδύνατον δι’ ιδίων δυνάμεων να φανερώσωμεν μετ’ αξιοπιστίας τον βαθύν χαρακτήρα του Είναι τούτου. Έχομεν όμως έμφυτον την ορμήν προς Αυτό. Και εις το ερώτημα: «Τι εστι το Είναι;» ελάβομεν την απάντησιν: «Εγώ ειμί ο Ών». Ουχί «τι», αλλά «τις». Και ο «Τις» ούτος έρχεται εις κοινωνίαν ζώσαν και αισθητήν μεθ’ ημών.
Το Υποστατικόν τούτο Είναι, το ευρισκόμενον πέραν παντός περιορισμού και ρυθμίζον καθ’ Εαυτό τα πάντα, είναι ο Αίτιος της ελεύσεως ημών εις τον κόσμον. Η Αποκάλυψις ότι το Είναι τούτο είναι υποστατικόν μαρτυρεί οφθαλμοφανώς ότι η περί Αυτού γνώσις, μάλλον η γνώσις Αυτού, δύναται να δοθή μόνον μέσω προσωπικής κοινωνίας Αυτού μεθ’ ημών, ως προσώπων. Εις στιγμάς ζώσης κοινωνίας μετ’ Αυτού ο Ίδιος μεταδίδει εις ημάς την γνώσιν περί Εαυτού αποκαλυπτόμενος εν ημίν μέσω των ενεργειών Αυτού. }311}
Εν τη συνήθει πορεία της σκέψεως σχετικώς προς την γνώσιν, διακρίνομεν το γνωρίζον υποκείμενον και το γνωριζόμενον αντικείμενον. Εν τη ημετέρα όμως αντιλήψει περί της γνώσεως του Θεού καταργείται η πορεία της αντικειμενοποιήσεως του γνωριζομένου, διότι Ούτος γνωρίζεται πάντοτε «εν τω συνδέσμω της αγάπης», εν τη καταστάσει της καθαράς προσευχής. Η κτιστή ημών υπόστασις εισάγεται δια του Αγίου Πνεύματος εις την σφαίραν του ακτίστου Θείου Είναι κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να αισθανώμεθα εν ημίν τον Θεόν ως την ζωήν ημών.