Η Άνοδος της Σκιάς
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #4
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Η Άνοδος της Σκιάς». Краткое содержание книги:
Η περιπέτεια συνεχίζεται: ο Πέριν, ο λιγομίλητος; σιδεράς, επιστρέφει στο Πεδίο του Έμοντ και γίνεται ο Άρχοντας τον Λύκων, ο Πέριν ο Χρυσομάτης. Ο Ραντ, έχοντας υποτάξει το Δάκρυ, εκπληρώνοντας άλλο ένα μέρος της Προφητείας του Δράκοντα, ξεκινά για την Ερημιά του Άελ, για να στρατολογήσει στον αγώνα του τους Αελίτες, εκείνους τους απείθαρχους και ανίκητους πολεμιστές. Όσο για τις μάγισσες Άες Σεντάι στο Λευκό Πύργο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος εκεί δεν μοιάζει να προέρχεται από τις δυνάμεις του Κακού, αλλά από τη δίψα για εξουσία και τις μηχανορραφίες τους.
Η περιπέτεια συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται όσο γυρνά ο Τροχός του Χρόνου.
«Δεν το περίμενα αυτό από σένα, Ρούαρκ», είπε ένας γκριζομάλλης με βαρύ σώμα. Δεν ήταν χοντρός —ο Ραντ δεν είχε δει χοντρό Αελίτη― απλώς μυώδης. «Ακόμα κι από τους Σάιντο ήταν έκπληξη, μα από σένα!»
«Οι καιροί αλλάζουν, Μάντχουιν», αποκρίθηκε ο αρχηγός φατρίας. «Πόσον καιρό είναι εδώ οι Σάιντο;»
«Έφτασαν πάνω που χάραζε. Άραγε γιατί ταξίδεψαν νύχτα;» Ο Μάντχουιν κοίταξε τον Ραντ σμίγοντας λιγάκι τα φρύδια κι έγειρε το κεφάλι προς τον Ματ. «Είναι πράγματι παράξενοι καιροί, Ρούαρκ».
«Ποιοι είναι εδώ, εκτός από τους Σάιντο;» ρώτησε ο Ρούαρκ.
«Εμείς του Γκόσιεν φτάσαμε πρώτοι. Ύστερα το Σάαραντ». Ο μυώδης άντρας έκανε μια γκριμάτσα όταν πρόφερε το όνομα των θανάσιμων εχθρών του, χωρίς να πάψει να μελετά τους δύο υδρόβιους. «Το Τσαρήν και το Τομανέλε έφτασαν μετά. Και τελευταίο το Σάιντο, όπως είπα. Η Σεβάνα δεν έχει καιρό που έπεισε τους αρχηγούς να έρθουν. Ο Μπάελ δεν είδε λόγο να συναντηθούμε σήμερα, ούτε και κάποιοι από τους άλλους».
Μια γυναίκα με πλατύ πρόσωπο, μεσόκοπη, με μαλλιά πιο κίτρινα από της Αντελίν, έβαλε τις γροθιές στους γοφούς, κάνοντας τα φιλντισένια και τα χρυσά βραχιόλια της να κροταλίσουν. Όσα βραχιόλια και περιδέραια φορούσαν μαζί η Άμυς και η σύζυνος-αδελφή της, τα φορούσε αυτή μόνη της. «Ραντ, ακούσαμε ότι βγήκε από το Ρουίντιαν Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή». Κοίταζε συνοφρυωμένη τον Ραντ και τον Ματ. Το ίδιο έκανε και ολόκληρη η αντιπροσωπεία. Ακούσαμε ότι σήμερα θα αναγγελθεί ο Καρ'α'κάρν. Πριν φτάσουν όλες οι φατρίες».
«Τότε κάποιος σας μίλησε προφητικά», είπε ο Ραντ. Άγγιξε τα πλευρά του αλόγου του με τα σπιρούνια· η αποστολή βγήκε από το δρόμο του.
«Ντοβιένυα», μουρμούρισε ο Ματ. «Μία ντοβιένυα νεσόντιν σοέντε». Ό,τι κι αν σήμαινε, έμοιαζε με φλογερή επιθυμία.
Οι φάλαγγες των Τάαρνταντ είχαν πλευρίσει και από τις δύο μεριές τους Σάιντο και είχαν στρίψει για να τους αντικρίζουν σε απόσταση λίγων εκατοντάδων βημάτων, ακόμα με τα πέπλα σηκωμένα, ακόμα τραγουδώντας. Δεν έκαναν καμία κίνηση που να μοιάζει απειλητική, απλώς στάθηκαν εκεί, δεκαπέντε ή είκοσι φορές περισσότεροι από τους Σάιντο, και τραγουδούσαν, με τις φωνές να βροντούν με αρμονία.
Πλησιάζοντας τους Σάιντο, ο Ραντ είδε τον Ρούαρκ να φέρνει το χέρι στο πέπλο του. «Όχι, Ρούαρκ. Δεν ήρθαμε εδώ για να τους πολεμήσουμε». Εννοούσε ότι ήλπιζε να μην καταλήξουν εκεί, όμως ο Αελίτης το πήρε αλλιώτικα.
«Καλά τα λες, Ραντ αλ'Θόρ. Δεν έχουν τιμή οι Σάιντο». Ο Ρούαρκ άφησε το πέπλο του να κρέμεται και ύψωσε τη φωνή του. «Δεν έχουν τιμή οι Σάιντο!»
Ο Ραντ δεν γύρισε το κεφάλι να κοιτάξει, αλλά είχε την αίσθηση ότι πίσω του τα μαύρα πέπλα χαμήλωναν.
«Ωχ, μα το αίμα και τις στάχτες!» μουρμούρισε ο Ματ. «Μα το αίμα και τις στάχτες!»
Οι γραμμές των Σάιντο σάλεψαν ανήσυχα. Ό,τι κι αν τους είχαν πει ο Κουλάντιν ή η Σεβάνα, ήξεραν να μετράνε. Άλλο ήταν να τα βάλουν με τον Ρούαρκ και όσους ήταν μαζί του, παρ' όλο που θα πήγαιναν ενάντια σε κάθε έθιμο, κι άλλο να τα βάλουν με τόσους Τάαρνταντ, που θα μπορούσαν να τους παρασύρουν σαν κατολίσθηση. Παραμέρισαν αργά, οπισθοχώρησαν για να περάσει ο Ραντ, έκαναν πίσω για να ανοίξουν πλατύ δρόμο.
Ο Ραντ αναστέναξε με ανακούφιση. Τουλάχιστον η Αντελίν και οι άλλες Κόρες κοίταζαν ίσια μπροστά, λες και οι Σάιντο δεν υπήρχαν.
Το τραγούδι χαμήλωσε κι έγινε μουρμουρητό όταν άρχισαν να μπαίνουν στην πλατιά χαράδρα με τις απόκρημνες πλαγιές, που ήταν βαθιά και σκιερή καθώς προχωρούσε φιδίσια στα βουνά. Επί αρκετά λεπτά, ο πιο δυνατός ήχος ήταν οι οπλές στο βράχο και ο ψίθυρος από τις μαλακές μπότες των Αελιτών. Ξαφνικά, το πέρασμα άνοιξε μπροστά στο Άλκαιρ Νταλ.