1
Ένας Άδειος Δρόμος
Ο Τροχός του Χρόνου γυρνά και οι Εποχές έρχονται και φεύγουν, αφήνοντας πίσω αναμνήσεις που γίνονται θρύλος. Ο θρύλος ξεθωριάζει και γίνεται μύθος· ακόμα και ο μύθος έχει ξεχαστεί από καιρό, όταν ξανάρχεται η Εποχή που τον γέννησε. Μια Εποχή, που μερικοί την αποκαλούν Τρίτη Εποχή, μια Εποχή που ακόμα δεν έχει έρθει, μια Εποχή που έχει περάσει, ο άνεμος φύσηξε στα Ορη της Ομίχλης. Ο άνεμος δεν ήταν η αρχή. Το γύριομα του Τροχού του Χρόνου δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Αλλά ήταν κάποια αρχή.
Έχοντας γεννηθεί κάτω από τις νεφοσκεπείς κορυφές, που έδιναν στα όρη το όνομά τους, ο άνεμος φύσηξε κατά την ανατολή, πάνω από τους Λόφους της Αμμου, που κάποτε ήταν η ακτή ενός μεγάλου ωκεανού, πριν το Τσάκισμα του Κόσμου. Κατέβηκε ορμητικός στους Δύο Ποταμούς, χώθηκε στο πυκνό δάσος που λεγόταν Δυτικό Δάσος και μαστίγωσε δύο άνδρες, που προχωρούσαν με ένα άλογο και ένα κάρο στο κακοτράχαλο μονοπάτι που λεγόταν ο Δρόμος του Λατομείου. Παρ’ όλο που, κανονικά, η άνοιξη έπρεπε να είχε φτάσει, τουλάχιστον πριν ένα μήνα, ο άνεμος έφερνε μαζί του μια ψύχρα, λες και θα προτιμούσε να κουβαλούσε χιόνι.
Οι σπιλιάδες έκαναν το μανδύα του Ραντ αλ’Θορ να κολλάει στη ράχη του, τύλιγαν με βία στα πόδια του το μάλλινο ύφασμα, που είχε το χρώμα του χώματος και ύστερα το τραβούσαν ν’ ανεμίζει πίσω του. Ο Ραντ ευχήθηκε να ήταν πιο βαρύ το παλτό του, ή να είχε φορέσει καμιά παραπανίσια πουκαμίσα. Όταν έκανε να κουκουλωθεί με το μανδύα, το ρούχο, συνήθως, σκάλωνε στη φαρέτρα του. Και επειδή πάσχιζε να τον κουμαντάρει με το ένα χέρι, ο κόποι, του πήγαινε χαμένος· στο άλλο χέρι είχε το τόξο του, μ’ ένα βέλος περασμένο κι έτοιμο να το εξαπολύσει.
Μια πιο δυνατή σπιλιάδα του πέταξε το μανδύα από το χέρι κι ο Ραντ έριξε μια ματιά στον πατέρα του, πάνω από τη ράχη της δασύτριχης καφετιάς φοράδας. Ένιωσε ανόητος, που ήθελε να σιγουρευτεί ότι ο Ταμ ήταν ακόμα εκεί, μα ήταν τέτοια αυτή η μέρα. Ο άνεμος αλυχτούσε όταν δυνάμωνε, αλλά πέρα απ’ αυτό, σ’ όλη την περιοχή, επικρατούσε σιωπή. Μέσα σε αυτήν την σιωπή, το απαλό τρίξιμο του άξονα αντηχούσε δυνατά. Τα πουλιά δεν κελαηδούσαν στο δάσος και στα κλαριά δεν φλυαρούσαν σκίουροι. Όχι ότι περίμενε κάτι τέτοιο, βέβαια· ειδικά αυτή την άνοιξη.
Μόνο τα δέντρα που κρατούσαν τα φύλλα, ή τις βελόνες τους όλο το χειμώνα είχαν πράσινο χρώμα. Τα χαμόκλαδα των περσινών βατομουριών σκέπαζαν με καφετιούς ιστούς τις βραχώδεις προεξοχές κάτω από τα δέντρα. Από τα λιγοστά χόρτα, τα περισσότερα ήταν τσουκνίδες· υπήρχαν άλλα, με κολλιτσίδες ή αγκάθια, καθώς και βρομόχορτα, που άφηναν μια ταγκή μυρωδιά στην ανυποψίαστη μπότα που θα τα έλιωνε. Σκόρπια λευκά μπαλώματα χιονιού στόλιζαν ακόμα το έδαφος, εκεί που κάποιες πυκνές συστάδες δέντρων έριχναν βαθιά σκιά. Ο χλωμός ήλιος καθόταν πάνω από τα δέντρα, προς τα ανατολικά, αλλά το φως του ήταν ξερό και σκοτεινό, σαν να ’ταν ανάμικτο με σκιά. Ήταν ένα στενόχωρο πρωινό, καμωμένο για δυσάρεστες σκέψεις.