Η Άνοδος της Σκιάς
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #4
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Η Άνοδος της Σκιάς». Краткое содержание книги:
Η περιπέτεια συνεχίζεται: ο Πέριν, ο λιγομίλητος; σιδεράς, επιστρέφει στο Πεδίο του Έμοντ και γίνεται ο Άρχοντας τον Λύκων, ο Πέριν ο Χρυσομάτης. Ο Ραντ, έχοντας υποτάξει το Δάκρυ, εκπληρώνοντας άλλο ένα μέρος της Προφητείας του Δράκοντα, ξεκινά για την Ερημιά του Άελ, για να στρατολογήσει στον αγώνα του τους Αελίτες, εκείνους τους απείθαρχους και ανίκητους πολεμιστές. Όσο για τις μάγισσες Άες Σεντάι στο Λευκό Πύργο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος εκεί δεν μοιάζει να προέρχεται από τις δυνάμεις του Κακού, αλλά από τη δίψα για εξουσία και τις μηχανορραφίες τους.
Η περιπέτεια συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται όσο γυρνά ο Τροχός του Χρόνου.
«Να κατέβουμε να δούμε πώς της φαίνεται της “Θέρα” που είναι υπηρέτρια;» πρότεινε. Σύντομα θα έφευγαν για την Ταρ Βάλον. Σύντομα.
56
Ο Χρυσομάτης
Η κοινή αίθουσα του Πανδοχείου της Οινοπηγής ήταν σιωπηλή και το μόνο που ακουγόταν ήταν η πένα του Πέριν, που έξυνε το χαρτί. Σιωπηλή και άδεια, εκτός απ' αυτόν και τον Άραμ. Ήταν περασμένο πρωί και το φως σχημάτιζε μικρές λιμνούλες κάτω από τα παράθυρα. Δεν ερχόταν μυρωδιά μαγειρεμένων φαγητών από την κουζίνα· πουθενά στο χωριό δεν είχαν αναμμένες φωτιές, είχαν ρίξει νερό ακόμα και στη θράκα. Δεν υπήρχε λόγος να δώσουν εύκολα στον εχθρό το δώρο της φωτιάς. Ο Μάστορας —μερικές φορές ο Πέριν αναρωτιόταν αν ήταν σωστό να θεωρεί πια τέτοιο τον Άραμ, αλλά κανείς δεν έπαυε να είναι ό,τι ήταν, είτε κρατούσε σπαθί, είτε όχι― στεκόταν ακουμπισμένος στον τοίχο πλάι στην μπροστινή είσοδο, παρακολουθώντας τον Πέριν. Τι περίμενε; Τι ήθελε; Ο Πέριν βούτηξε την πένα στο μικρό, πέτρινο μελανοδοχείο, άφησε παραδίπλα το τρίτο φύλλο και άρχισε να γράφει στο τέταρτο.
Ο Μπαν αλ'Σήν μπήκε από την πόρτα κρατώντας το τόξο και έτριψε ανήσυχα μ' ένα δάχτυλο τη μεγάλη μύτη του. «Οι Αελίτες γύρισαν», είπε ήσυχα, αλλά τα πόδια του κουνιόταν σαν να μην μπορούσε να τα ησυχάσει. «Έρχονται Τρόλοκ από το βορρά και το νότο. Είναι χιλιάδες, Άρχοντα Πέριν».
«Μη με λες έτσι», είπε αφηρημένα ο Πέριν, κοιτώντας τη σελίδα με σμιγμένα τα φρύδια. Δεν τα κατάφερνε καλά στα λόγια. Δεν ήξερε πώς να πει τα πράγματα με τον κομψό τρόπο που άρεσε στις γυναίκες. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να γράψει αυτό που ένιωθε. Βούτηξε ξανά την πένα στο μελάνι και πρόσθεσε μερικές γραμμές.
Δεν ζητώ τη συγχώρεσή σου γι' αυτό που έκανα. Δεν ξέρω αν θα μου την έδινες, αλλά δεν τη ζητώ. Μου είσαι πιο ακριβή κι από τη ζωή. Μη σκεφτείς ποτέ σου ότι σε εγκατέλειψα. Όταν λάμπει ο ήλιος πάνω σου, είναι το χαμόγελό μου. Όταν ακούς την αύρα να θροΐζει στους ανθούς της μηλιάς, είναι ο ψίθυρός μου ότι σ' αγαπώ. Η αγάπη μου είναι παντοτινά δική σου.