Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Η αληθής Εκκλησία πάντοτε φυλάττει άθικτον την διδασκαλίαν του Χριστού αλλ’ ουχί πάντες οι θεωρούντες εαυτούς μέλη της Εκκλησίας και ομιλούντες προσέτι εξ ονόματος Αυτής κατανοούν αυτήν. Διότι αι θύραι της αγάπης Αυτής είναι ευρέως ανεωγμέναι εις πάντα άνθρωπον ανεξαρτήτως της πνευματικής αυτού προόδου, αρκεί να ομολογήση πίστιν και πόθον σωτηρίας. Ένεκα τούτου εν τη δεδομένη εμπειρική ζωή της Εκκλησίας πάντοτε παρουσιάζεται ανάμιξις της εκδηλουμένης εν τη αγιότητι του βίου αληθείας μετά της αναληθείας της εισαγομένης εκ των αμαρτιών των ασθενών μελών Αυτής, μη αποκλειομένων και ωρισμένων εκπροσώπων της αγίας ιεραρχίας.
Η περίπτωσις αύτη λίαν δυσχεραίνει το πρόβλημα της διακρίσεως της αληθούς Εκκλησίας εκ των ψευδο-εκκλησιών, αίτινες ωσαύτως δύνανται να επιδεικνύουν την ιστορικήν διαδοχήν αυτών από των αποστολικών χρόνων και κηρύττουν δογματικήν διδαχήν ηντλημένην εκ της Αγίας Γραφής, αλλά μετ’ εκείνων των προσθηκών αίτινες είναι αλλότριοι της Θείας αληθείας και του Θείου θελήματος. Πηγήν των εισαχθεισών καινοτομιών και διαστροφών αποτελεί η αμαρτωλός θέλησις —ανθρωπίνη ή δαιμονική— ήτις συνήθως ουχί μόνον δεν δύναται να αποδειχθή λογικώς εις τους άλλους αλλ’ ουδέ υπ’ αυτών των ιδίων να διασαφηθή. Και ιδού εις όλας αυτάς τας περιπτώσεις το υποδεικνυόμενον υπό του Γέροντος Σιλουανού κριτήριον είναι πολύτιμον, διότι δίδει την δυνατότητα να διακρίνωμεν αλαθήτως την παρουσίαν θελήματος αλλοτρίου του θελήματος του Θεού, «Όστις θέλει πάντας σωθήναι» και Όστις }306} έδωκεν εις ημάς την εντολήν «αγαπάτε τους εχθρούς υμών».
Η εντολή αύτη του Χριστού ούσα ανταύγεια εν τω κόσμω της παντελείου αγάπης του Τριαδικού Θεού, είναι ο «εις κεφαλήν γωνίας λίθος» όλης της διδασκαλίας της Εκκλησίας, η ύστατη σύνθεσις όλης της θεολογίας, η «εξ ύψους δύναμις» και εκείνο «το περισσόν» ζωής, όπερ εχαρίσατο εις ημάς ο Χριστός· εκείνο το «βάπτισμα εν Πνεύματι Αγίω» περί του οποίου ομιλεί ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Ο λόγος ούτος —«αγαπάτε τους εχθρούς υμών»— είναι το πυρ εκείνο όπερ κατεβίβασεν ο Κύριος επί της γης δια της επιδημίας Αυτού, εκείνο το άκτιστον Θείον Φως, όπερ περιέλαμψε τους Αποστόλους επί του Θαβώρ, εκείναι αι πύριναι γλώσσαι, εν ταις οποίαις κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον επί των Αποστόλων εν τω υπερώω της Σιών· είναι η εν ημίν Βασιλεία του Θεού, «εληλυθυΐα εν δυνάμει», το πλήρωμα της ανθρωπότητος και η τελείωσις της κατά Θεόν ομοιώσεως.
Όσον και εάν είναι ο άνθρωπος σοφός, επιστήμων, ευσχήμων, εάν δεν αγαπά τους εχθρούς τουτέστι πάντα συνάνθρωπον δεν έφθασεν εις την τελείαν γνώσιν του Θεού. Και αντιθέτως όσον και εάν είναι τις απλούς, πένης και αμαθής, αλλά φέρει εν τη καρδία αυτού την αγάπην ταύτην, «μένει εν τω Θεώ και ο Θεός εν αυτώ μένει». Η χριστοειδής προς τους εχθρούς αγάπη έξω του Ενός Αληθινού Θεού είναι αδύνατος, εβεβαίου ο Γέρων. Ο φορεύς τοιαύτης αγάπης είναι κοινωνός ζωής αιωνίου έχων αναμφίβολον την περί τούτου μαρτυρίαν εν τη καρδία αυτού. Είναι κατοικία Πνεύματος Αγίου και δια Πνεύματος Αγίου γνωρίζει τον Πατέρα και τον Υιόν δια της υπαρξιακής και ζωηφόρου γνώσεως και εν Πνεύματι Αγίω γίνεται αδελφός και φίλος του Χριστού }307} υιός του Θεού και θεός κατά χάριν.
Ο χριστιανός απομακρύνεται του κόσμου. Μεριμνών «εγωϊσιτκώς» περί της σωτηρίας αυτού, εγκαταλείτει το παν ως άχρηστον· «μισεί» πατέρα, μητέρα, τέκνα· αρνείται πάντα σαρκικόν δεσμόν· εκζητών τον Θεόν, «μισεί» τον κόσμον και όλος εγκλείεται εν τω βάθει της καρδίας αυτού. Και όταν όντως εισέλθη εκεί ίναι ποιήση πόλεμον μετά του σατανά όπως καθάρη την καρδίαν αυτού από παντός αμαρτωλού πάθους, τότε εντός της ιδίας αυτού καρδίας συναντάται μετά του Θεού και εν τω Θεώ άρχεται να βλέπη εαυτόν συνδεδεμένον αρρήκτως μεθ’ όλου του κοσμικού είναι και ουδέν πλέον υπάρχει δι’ αυτόν ξένον ή αλλότριον.
Αποτασσόμενος εν αρχή τον κόσμον επανευρίσκει αυτόν δια του Χριστού εντός αυτού αλλ’ ήδη δι’ εντελώς άλλου τρόπου και συνδέεται μετ’ αυτού τω «συνδέσμω της αγάπης» δι’ όλην την αιωνιότητα. Τότε πας άνθρωπος ανεξαρτήτως αποστάσεως τόπου ή ιστορικής εποχής καθ’ ήν έζησε, περικλείεται δια της προσευχής εις την αιώνιον ζωήν αυτού. Τότε γνωρίζει ότι η καρδία αυτού δεν είναι μόνον φυσικόν τι όργανον ή το όργανον της ψυχικής ζωής, αλλά μεταφυσικόν τι μη υπαγόμενον εις ορισμόν, ικανόν να εγγίση τον Θεόν, την πηγήν πάσης υπάρξεως. Εν τη «βαθεία καρδία» αυτού ο χριστιανός }308} κατά τινα τρόπον βιοί όλην την ιστορίαν του κόσμου ως προσωπικήν και βλέπει ουχί μόνον εαυτόν αλλά και όλον τον ανθρώπινον κόσμον, και δεν υπάρχει τότε δι’ αυτόν άνθρωπος ξένος, αλλ’ αγαπά τους πάντας ως παρήγγειλεν ο Χριστός.