Η Άνοδος της Σκιάς
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #4
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Η Άνοδος της Σκιάς». Краткое содержание книги:
Η περιπέτεια συνεχίζεται: ο Πέριν, ο λιγομίλητος; σιδεράς, επιστρέφει στο Πεδίο του Έμοντ και γίνεται ο Άρχοντας τον Λύκων, ο Πέριν ο Χρυσομάτης. Ο Ραντ, έχοντας υποτάξει το Δάκρυ, εκπληρώνοντας άλλο ένα μέρος της Προφητείας του Δράκοντα, ξεκινά για την Ερημιά του Άελ, για να στρατολογήσει στον αγώνα του τους Αελίτες, εκείνους τους απείθαρχους και ανίκητους πολεμιστές. Όσο για τις μάγισσες Άες Σεντάι στο Λευκό Πύργο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος εκεί δεν μοιάζει να προέρχεται από τις δυνάμεις του Κακού, αλλά από τη δίψα για εξουσία και τις μηχανορραφίες τους.
Η περιπέτεια συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται όσο γυρνά ο Τροχός του Χρόνου.
Κι έπειτα πέρασαν μια διασταύρωση των διαδρόμων, όπου σκούρες πιτσιλιές αίματος λέκιαζαν τα ανοιχτά πράσινα πλακάκια του δαπέδου. Δύο μεγαλύτεροι λεκέδες κατέληγαν σε μακριές κηλίδες, σαν να είχαν σύρει πτώματα από κει.
Η Σιουάν σταμάτησε κοιτάζοντας. «Τι συνέβη;» ζήτησε να μάθει. «Πες μου, Μιν!» Η Ληάνε έπιασε τη λαβή του μαχαιριού της και κοίταξε προσεκτικά γύρω, σαν να περίμενε επίθεση.
«Μάχες», έκανε απρόθυμα η Μιν. Έλπιζε ότι οι δύο γυναίκες θα είχαν βγει από τον Πύργο, ακόμα και από την πόλη, πριν μάθουν γι' αυτό. Τις οδήγησε γύρω από τους σκοτεινούς λεκέδες και τις έσπρωξε όταν προσπάθησαν να κοιτάξουν πίσω. «Άρχισαν χθες, αφότου σας συνέλαβαν και σταμάτησαν οριστικά μόνο πριν από περίπου δυο ώρες».
«Εννοείς τους Γκαϊντίν;» αναφώνησε η Ληάνε. «Οι πρόμαχοι πολεμούσαν μεταξύ τους;»
«Πρόμαχοι, φρουροί, όλοι. Όλα άρχισαν όταν κάποιοι άντρες, που είχαν έρθει ισχυριζόμενοι ότι ήταν κτίστες —διακόσιοι ή τριακόσιοι― προσπάθησαν να καταλάβουν το κτίριο του Πύργου αφότου ανακοινώθηκε η σύλληψη σας».
Η Σιουάν κατσούφιασε. «Η Ντανέλ! Έπρεπε να καταλάβω ότι ήταν κάτι άλλο κι όχι απλώς αφηρημάδα». Η έκφραση έγινε πιο έντονη και η Μιν σκέφτηκε ότι θα έβαζε τα κλάματα. «Ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος δεν το κατόρθωσε, αλλά εμείς το καταφέραμε μόνες μας». Είτε θα έκλαιγε, είτε όχι, η φωνή της ήταν παθιασμένη. «Το Φως να μας βοηθήσει, τσακίσαμε τον Πύργο». Ο μακρύς αναστεναγμός της ήταν σαν να είχε αδειάσει τον αέρα από μέσα της ― και το θυμό. «Φαντάζομαι», είπε λυπημένα ύστερα από λίγο, «ότι θα έπρεπε να χαίρομαι που κάποιες στον Πύργο με υποστήριξαν, μα σχεδόν εύχομαι να μην το είχαν κάνει». Η Μιν προσπάθησε να μείνει ανέκφραστη, αλλά εκείνο το κοφτερό, γαλανό βλέμμα έμοιαζε να ερμηνεύει ακόμα και το τρεμούλιασμα μιας βλεφαρίδας. «Με υποστήριξαν καθόλου, Μιν;»
«Μερικές». Δεν σκόπευε να της πει από τώρα πόσο λίγοι. Αλλά έπρεπε να προλάβει τη Σιουάν, πριν πιστέψει ότι είχε υποστηρικτές μέσα στον Πύργο. «Η Ελάιντα δεν περίμενε να δει αν το Γαλάζιο Άτζα θα σε υποστήριζε ή όχι. Απ' όσο ξέρω, δεν υπάρχει Γαλάζια αδελφή στον Πύργο ― τουλάχιστον όχι ζωντανή».
«Η Σέριαμ;» ρώτησε με αγωνία η Ληάνε. «Η Ανάγια;»
«Δεν ξέρω. Ούτε πολλές Πράσινες έχουν μείνει, τουλάχιστον στον Πύργο. Τα άλλα Άτζα διχάστηκαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Απ' όσο ξέρω, όσες αντιτάχθηκαν στην Ελάιντα ή το έχουν σκάσει ή είναι νεκρές. Σιουάν...» Φαινόταν παράξενο να την αποκαλεί έτσι —η Ληάνε μουρμούρισε θυμωμένα μέσα από τα δόντια της― αλλά, αν τώρα την αποκαλούσε Μητέρα, θα ήταν σαν να τη χλευάζει. «Σιουάν, με τις κατηγορίες που ανακοίνωσαν εναντίον σου ισχυρίζονται ότι εσύ και η Ληάνε οργανώσατε τη δραπέτευση του Μάζριμ Τάιμ. Ο Λογκαίν το έσκασε πάνω στη μάχη και το φόρτωσαν κι αυτό σε σας. Δεν σας ονομάζουν Σκοτεινόφιλες —φαντάζομαι ότι θα ήταν σαν να λένε ότι είστε του Μαύρου Ατζα― αλλά το λένε στο περίπου. Νομίζω ότι αυτό θέλουν να εννοηθεί».
«Δεν παραδέχονται καν την αλήθεια», είπε χαμηλόφωνα τη Σιουάν, «ότι σκοπεύουν να κάνουν αυτό ακριβώς για το οποίο με καθαίρεσαν».
«Σκοτεινόφιλες;» μουρμούρισε σαστισμένη η Ληάνε. «Μας ονομάζουν...;»
«Γιατί όχι;» είπε απαλά η Σιουάν. «Και τι δεν θα τολμήσουν, αφού τόλμησαν τόσα;»
Καμπούριασαν τους ώμους κάτω από τους μανδύες και άφησαν τη Μιν να τις οδηγήσει όπως ήθελε. Αυτή ευχόταν να μην έδειχναν τόση απελπισία τα πρόσωπά τους.
Καθώς πλησίαζαν την εξωτερική πύλη η Μιν ανάσαινε ευκολότερα. Είχε άλογα κρυμμένα σε ένα δασόφυτο τμήμα του περιβόλου, που δεν απείχε πολύ από μια από τις δυτικές πύλες. Το ζήτημα, βέβαια, ήταν πόσο εύκολα θα κατάφερναν να το σκάσουν με τα άλογα, αλλά όταν θα έφταναν εκεί που τα είχε κρυμμένα θα αισθανόταν σχεδόν ελεύθερη. Σίγουρα οι φρουροί της πύλης δεν θα εμπόδιζαν τρεις γυναίκες που έφευγαν. Το έλεγε και το ξανάλεγε στον εαυτό της.
Η πόρτα που έψαχνε η Μιν φάνηκε μπροστά της —μια μικρή πόρτα με επένδυση από απλό ξύλο, η οποία έβγαζε σε ένα μονοπάτι που δεν χρησιμοποιούταν τακτικά, απέναντι από το σημείο που ο μικρός διάδρομός τους συναντούσε τον μεγάλο, που ακολουθούσε περιμετρικά τον Πύργο― και τα μάτια της έπεσαν στην Ελάιντα, η οποία προχωρούσε αγέρωχα στον εξωτερικό διάδρομο προς το μέρος της.
Η Μιν ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν, έπεσε στα πλακάκια του πατώματος και ζάρωσε εκεί, με το κεφάλι σκυμμένο και το πρόσωπο κρυμμένο στην κουκούλα, ενώ η καρδιά βροντοχτυπούσε. Ικέτισσα είμαι και τίποτα άλλο. Μια γυναίκα τον λαού, δεν είχα σχέση μ όσα έγιναν! Αχ Φως μου, σε παρακαλώ! Σήκωσε το κεφάλι ίσα για να κρυφοκοιτάξει κάτω από την κουκούλα, σχεδόν περιμένοντας ότι θα έβλεπε την Ελάιντα να στέκεται και να την κοιτάζει με αγριεμένο βλέμμα.