Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Το σπάθι του Μπέντγουιρ
Το σπάθι του Μπέντγουιρ - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Το σπάθι του Μπέντγουιρ

Электронная книга - «Το σπάθι του Μπέντγουιρ». Краткое содержание книги:

Επί είκοσι χρόνια, η κάποτε περήφανη γη του Εριαντόρ στενάζει κάτω από τον ζυγό του μάγου-βασιλιά Γκρινσπάροου, που κατέκτησε τη χώρα με τις δαιμονικές του δυνάμεις και με λεγεώνες από τερατώδεις, μονόφθαλμους στρατιώτες. Οι νάνοι και τα νεραϊδογέννητα ξωτικά είναι σκλάβοι, οι άνθρωποι ζουν λίγο καλύτερα.
Ο Λούθιεν Μπέντγουιρ, πολεμιστής και γιος του κόμη Γκάχρις του Μπέντγουιρ, είναι πολύ νέος για να αντιληφθεί την τυραννία του Γκρινσπάροου. Ένα βράδυ όμως αποκαθιστά τη δικαιοσύνη μετά τον φόνο ενός φίλου του και γίνεται φυγάς για να σωθεί από τους φονιάδες του βασιλιά.
Ο Λούθιεν, γενναίος, μα αθώος λόγω της νεότητάς και της ως τότε προστατευμένης ζωής του, συναντιέται με τον μικρόσωμο αλλά ευφυέστατο και “περπατημένο” ληστή Όλιβερ ντε Μπάροους, που γίνεται ο δάσκαλός του στην ελεύθερη κι επικίνδυνη ζωή που έχει διαλέξει να ζήσει από εδώ και εμπρός. Μαζί με τον ανεκδιήγητο λήστη και μια πανέμορφη, εξωτική κοπέλα, θ’ αντιμετωπίσει Κυκλωπιανούς —μονόφθαλμους κτηνάνθρωπους— δράκους και παράξενα όντα, σε μια αλυσίδα περιπετειών που θα κρατήσουν τον αναγνώστη καθηλωμένο από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα.
1 ... 33 34 35 36 37 38 39 40 41 ... 123
Перейти на страницу:

«Φέρε τον Ριβερντάνσερ!» φώναξε ο Λούθιεν στον Όλιβερ καταλαβαίνοντας το πρόβλημα. Πήγε στο πίσω μέρος του σκάφους, μάζεψε το κομμένο σχοινί και κοίταξε γύρω του. Γρήγορα είδε έναν βράχο που θα μπορούσε να αντέξει. Πήγε στην άκρη του καταστρώματος και τύλιξε το σχοινί σε βρόχο, έτοιμος να το πετάξει.

Ένα κύμα κόντεψε να τον ρίξει στη θάλασσα, αλλά ο Όλιβερ τον άρπαξε από τη ζώνη και τον κράτησε γερά. Ο Λούθιεν πέταξε το σχοινί έτσι ώστε να πιαστεί στον βράχο και το τράβηξε τεντώνοντάς το όσο πιο πολύ μπορούσε. Ο Όλιβερ ανέβηκε στον Ριβερντάνσερ, έστρεψε το άλογο από την άλλη μεριά και τότε ο Λούθιεν πλησίασε κι έδεσε το σχοινί στο πίσω μέρος της σέλας.

Ο Όλιβερ έκανε το άλογο να προχωρήσει αργά ώσπου το σχοινί τεντώθηκε σταθεροποιώντας το σκάφος. Ο χάφλινγκ συνέχισε να τραβά το άλογο προς τα εμπρός μαζεύοντας τα μπόσικα, ενώ ο Λούθιεν έδενε το σχοινί. Μετά ελευθέρωσαν τον Ριβερντάνσερ και η μανιβέλα άρχισε να δουλεύει πάλι. Το σκάφος βγήκε από τον κολπίσκο και την περιοχή με τα βράχια, ενώ δυνατές ζητωκραυγές ακουγόνταν από τον καπετάνιο, τον ναύτη και τους τέσσερις άλλους επιβάτες.

«Θα το πάω στην αποβάθρα του νησιού», είπε ο καπετάνιος στον Λούθιεν, δείχνοντας ένα λιμανάκι πίσω από μερικά βράχια. «Θα περιμένουμε εκεί να έλθει να μας πάρει το σκάφος από την άλλη όχθη».

Ο Λούθιεν κοίταξε στην όχθη από όπου είχαν ξεκινήσει και ο καπετάνιος ακολούθησε το βλέμμα του. Το άλλο πορθμείο, γεμάτο οπλισμένους Κυκλωπιανούς, προχωρούσε αργά προς το μέρος τους.

«Ας μη μείνουμε στο νησί, ας πάμε απέναντι», είπε ο Λούθιεν. «Σε παρακαλώ!»

Ο καπετάνιος έγνεψε καταφατικά κοιτάζοντας γεμάτος αμφιβολία το αυτοσχέδια δεμένο σχοινί. Πήγε στην πλώρη του σκάφους, αλλά ξαναγύρισε σχεδόν αμέσως κουνώντας το κεφάλι του.

«Πρέπει να περιμένουμε εδώ», τους εξήγησε. «Έχουν σηκώσει κίτρινη σημαία στο Νταϊαμοντγκέιτ».

«Και λοιπόν;» ρώτησε ο Όλιβερ ανήσυχος.

«Αυτό σημαίνει ότι είδαν πτερύγια από την άλλη μεριά του πορθμού», του εξήγησε ο Λούθιεν.

«Δεν μπορούμε να βγούμε πέρα από το νησί», πρόσθεσε ο καπετάνιος. Τους κοίταξε και τους δύο με ένα βλέμμα ειλικρινούς συμπόνιας και μετά γύρισε στην πλώρη, αφήνοντας τον Λούθιεν και τον Όλιβερ, που, ανήμποροι, κοίταζαν πρώτα ο ένας τον άλλο και μετά το σκάφος με τους Κυκλωπιανούς το οποίο πλησίαζε.

Όταν έφτασαν στην αποβάθρα του μικρού νησιού, ο Λούθιεν και ο Όλιβερ βοήθησαν όλους τους άλλους να κατεβούν από το πορθμείο. Μετά ο χάφλινγκ έδωσε στον καπετάνιο άλλο ένα πουγκί με νομίσματα και πήγε κοντά στο άλογό του, δείχνοντας ότι δεν είχε πρόθεση να κατεβεί από το σκάφος.

«Πρέπει να συνεχίσουμε», εξήγησε ο Λούθιεν στον καπετάνιο που τους κοίταζε με ανοιχτό το στόμα. Κοίταξαν και οι δύο τα μαύρα φουρτουνιασμένα νερά του κόλπου που τους χώριζαν από την ηπειρωτική χώρα του Εριαντόρ, μια απόσταση γύρω στα διακόσια μέτρα.

«Η σημαία σημαίνει απλώς ότι είδαν πτερύγια το πρωί», είπε ο καπετάνιος προσπαθώντας να δώσει κουράγιο και στους δύο φίλους και στον εαυτό του.

«Ο κίνδυνος από τους Κυκλωπιανούς είναι μεγαλύτερος», συμπλήρωσε ο Λούθιεν, και τότε ο καπετάνιος κατένευσε βγαίνοντας στην αποβάθρα. Έκανε νόημα στον ναύτη να κάνει το ίδιο, κι έτσι το σκάφος έμεινε στα χέρια του Λούθιεν και του Όλιβερ.

Ο Λούθιεν αμέσως πήγε στη μανιβέλα και άρχισε να τη γυρίζει, κοιτάζοντας περισσότερο δεξιά και αριστερά παρά ίσια μπροστά. Ο Όλιβερ έμεινε στην πρύμνη και κοίταζε πότε τους Κυκλωπιανούς, πότε αυτούς που είχαν αφήσει στην αποβάθρα του νησιού και που έμοιαζαν με εγκαταλειμμένους ναυαγούς. Είχαν όλοι μια τόσο ανήσυχη έκφραση, ώστε ο συνήθως ακλόνητος Όλιβερ τρόμαξε.

«Αυτά τα πτερύγια», είπε πλησιάζοντας τον Λούθιεν, «είναι πολύ μεγάλα;

Ο Λούθιεν κατένευσε.

«Μεγαλύτερα από το άλογό σου;

Ο Λούθιεν κατένευσε.

»Μεγαλύτερα από αυτό το σκάφος;

Ο Λούθιεν κατένευσε.

»…Πήγαινέ με πίσω στην αποβάθρα», δήλωσε αποφασιστικά ο Όλιβερ. «Προτιμάω να τα βάλω με τους Κυκλωπιανούς».

Ο νεαρός δεν έκανε τον κόπο να απαντήσει, απλώς συνέχισε να γυρίζει τη μανιβέλα κοιτάζοντας πότε από τη μια πλευρά πότε από την άλλη, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να δει το τρομερό μαύρο πτερύγιο να υψώνεται από το νερό.

Οι Κυκλωπιανοί προσπέρασαν το νησί, αφού αποβίβασαν δύο δικούς τους στην αποβάθρα. Ο Όλιβερ βόγγηξε, ξέροντας ότι οι Κυκλωπιανοί θα επιχειρούσαν να κόψουν πάλι το σχοινί. Όμως, ο φόβος του γρήγορα έγινε χαρά. Τα σχοινιά ήταν δεμένα πολύ ψηλά πάνω από την αποβάθρα του μικρού νησιού, γι’ αυτό οι Κυκλωπιανοί άρχισαν να κατασκευάζουν μια αυτοσχέδια σκαλωσιά προσπαθώντας να τα φτάσουν. Όμως, όταν το πορθμείο με τους υπόλοιπους μονόφθαλμους απομακρύνθηκε αρκετά, ο καπετάνιος, ο ναύτης και οι άλλοι επιβάτες του πορθμείου —ακόμη και ο τραυματισμένος, τον οποίο είχε βοηθήσει ο Λούθιεν να βγει από το νερό— όρμησαν στους δύο Κυκλωπιανούς και τους έριξαν μαζί με τη σκαλωσιά τους στα σκοτεινά νερά.

1 ... 33 34 35 36 37 38 39 40 41 ... 123
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)