Ο Άρχοντας του Χάους
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #6
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Ο Άρχοντας του Χάους». Краткое содержание книги:
Ας ξανακαλπάσει ο Δράκοντας στους ανέμους του χρόνου...
Ο Τροχός γυρνά κι οι άνεμοι του πεπρωμένου σαρώνουν τη γη. Ο Ραντ αλ’Θόρ, ο Αναγεννημένος Δράκοντας, παλεύει απεγνωσμένα για να ενώσει τα έθνη υπό την αρχηγία του πριν από την Τελευταία Μάχη, ενώ ο Σκοτεινός είναι έτοιμος να δραπετεύσει από την αιώνια φυλακή του κι οι αθάνατοι Αποδιωγμένοι στήνουν δόκανα στην ανυποψίαστη ανθρωπότητα.
Στον Λευκό Πύργο της Ταρ Βάλον, υπό τη δεσποτική Άμερλιν Ελάιντα, αποφασίζουν πως πρέπει να κάνουν τον Ραντ μαριονέτα τους. Στο Σαλιντάρ η Εγκουέν αλ’Βέρ ανακαλύπτει πως κι οι εξόριστες Άες Σεντάι έχουν τα δικά τους σχέδια γι’ αυτόν.
Η αφύσικη ξηρασία και το καλοκαίρι συνεχίζονται ακόμα και τους μήνες του χειμώνα, κι η Νυνάβε αλ’Μεάρα μαζί με την Ηλαίην, την Κόρη-Διάδοχο του Άντορ, αγωνίζονται να βρουν το μυθικό τερ’ανγκριάλ που μπορεί να ελέγξει τον καιρό, ενώ η Βασίλισσα Μοργκέις είναι ουσιαστικά αιχμάλωτη των Τέκνων του Φωτός που απλώνουν την εξουσία και την επιρροή τους.
Κι από την άλλη άκρη του κόσμου, ο Πέριν Αϋμπάρα νιώθει ως τα’βίρεν το κάλεσμα του Ραντ και σπεύδει μαζί με τους τοξότες των Δύο Ποταμών, που εξορμούν σε πόλεμο για πρώτη φορά ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια.
«Σταμάτα πια», τη διέκοψε εκνευρισμένη η Νυνάβε. Έκανε ένα βήμα κι άρπαξε το κεφάλι της Σιουάν και τα δύο χέρια σαν να ήθελε να της σπάσει το λαιμό. Είχε πιστέψει αυτές τις σαχλαμάρες, ακόμα κι εκείνη για το βαρέλι! Της κινούσαν τα νήματα σαν μαριονέτα!
Το σαϊντάρ τη γέμισε και διαβίβασε όπως είχε κάνει με τον Λογκαίν, ενώνοντας και τις Πέντε Δυνάμεις. Αυτή τη φορά ήξερε τι έψαχνε, τη σχεδόν απούσα αίσθηση από κάτι που είχε κοπεί. Το Πνεύμα κι η Φωτιά θα διόρθωναν το ρήγμα και...
Για μια στιγμή η Σιουάν έμεινε να κοιτάζει, ανέκφραστη. Ύστερα την έλουσε η λάμψη του σαϊντάρ. Κοφτές κραυγούλες ακούστηκαν παντού στο δωμάτιο. Η Σιουάν έγειρε αργά μπροστά και φίλησε τη Νυνάβε σταυρωτά στα μάγουλα. Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της, κι ύστερα ακόμα ένα, και ξαφνικά η Σιουάν βρέθηκε να κλαίει, με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το κορμί της, τρέμοντας· η λαμπερή αύρα γύρω της ξεθώριασε. Η Σέριαμ τη δέχθηκε αμέσως στην παρηγορητική αγκαλιά της· κι η Σέριαμ, επίσης, έμοιαζε έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
Οι υπόλοιπες στην αίθουσα είχαν καρφώσει το βλέμμα στη Νυνάβε. Το σοκ που διαπερνούσε την αταραξία των Άες Σεντάι ήταν αρκετά ικανοποιητικό, το ίδιο κι η δυσαρέσκεια. Τα μάτια της Σανέλ, ανοιχτογάλανα σε ένα όμορφο μελαψό προσωπάκι, ήταν τόσο γουρλωμένα που έλεγες ότι θα έπεφταν από τις κόγχες τους. Η Νισάο έχασκε με το στόμα ορθάνοιχτο, ώσπου είδε τη Νυνάβε να την κοιτάζει και το έκλεισε απότομα.
«Τι σε έκανε να σκεφτείς να χρησιμοποιήσεις Φωτιά;» ρώτησε η Νταγκντάρα με πνιχτή φωνή, η οποία φάνταζε υπερβολικά ψιλή για τόσο μεγαλόσωμη γυναίκα. «Και Γη; Χρησιμοποίησες Γη. Η Θεραπεία είναι Πνεύμα, Νερό κι Αέρας». Αυτό έδωσε το έναυσμα για ερωτήσεις απ’ όλα τα στόματα, αλλά στην πραγματικότητα όλες ήταν η ίδια ερώτηση, απλώς διατυπωμένη διαφορετικά.
«Δεν ξέρω γιατί», αποκρίθηκε η Νυνάβε όταν βρήκε ευκαιρία. «Απλώς μου φάνηκε σωστό. Σχεδόν πάντα τα χρησιμοποιούσα όλα». Κάτι που προκάλεσε μια βροχή από οδηγίες και προτροπές. Η Θεραπεία ήταν Πνεύμα, Νερό κι Αέρας. Ήταν επικίνδυνο να πειραματίζεσαι με τη Θεραπεία· ένα λάθος θα σκότωνε όχι μόνο εσένα αλλά και τον ασθενή σου. Η Νυνάβε δεν έδωσε καμία απάντηση, όμως οι προειδοποιήσεις γρήγορα καταλάγιασαν, καθώς οι άλλες κοίταζαν μετανιωμένες κι έσιαζαν τα φουστάνια τους· δεν είχε σκοτώσει κανέναν, κι είχε Θεραπεύσει αυτό που είχαν πει πως δεν έπαιρνε Θεραπεία.
Η Ληάνε είχε τόση ελπίδα στο χαμόγελό της που καταντούσε σχεδόν οδυνηρό. Η Νυνάβε τη σίμωσε χαμογελώντας κι η ίδια, κρύβοντας την ενόχληση που σιγόβράζε μέσα της. Το Κίτρινο Άτζα κι οι αποθησαυρισμένες γνώσεις Θεραπείας του, το οποίο ήταν έτοιμη να ικετεύσει γονατιστή για να γίνει μέλος του. Η Νυνάβε ήξερε περισσότερα για τη Θεραπεία απ’ όλες τους! «Δώστε προσοχή τώρα. Δεν θα έχετε ξανά σύντομα ευκαιρία να δείτε πώς γίνεται».
Ένιωσε καθαρά την ένωση καθώς διαβίβαζε, αν κι ακόμα δεν μπορούσε να πει τι ακριβώς είχε ενώσει. Την ένιωθε διαφορετική απ’ ό,τι με τον Λογκαίν —το ίδιο είχε συμβεί με τη Σιουάν— αλλά σκέφτηκε ότι οι άνδρες κι οι γυναίκες ήταν διαφορετικοί. Φως μου, είμαι τυχερή που πέτυχε με τη Σιουάν και τη Ληάνε όσο καλά πέτυχε και με τον Λογκαίν! Αυτή η σκέψη έδωσε το έναυσμα σε μερικές ανησυχητικές εικασίες. Τι θα γινόταν, άραγε, αν κάποια πράγματα Θεραπεύονταν διαφορετικά μεταξύ ανδρών και γυναικών; Ίσως τελικά να μην ήξερε πολύ περισσότερα από τις Κίτρινες.
Η αντίδραση της Ληάνε ήταν διαφορετική από την αντίδραση της Σιουάν. Δεν δάκρυσε. Αγκάλιασε το σαϊντάρ και χαμογέλασε με αγαλλίαση, χωρίς να χάσει το χαμόγελο της. Ύστερα αγκάλιασε τη Νυνάβε και την έσφιξε τόσο δυνατά που τα πλευρά της πόνεσαν, και ψιθύρισε, «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ», ξανά και ξανά.
Ένα μουρμουρητό ακούστηκε από τις Κίτρινες κι η Νυνάβε ετοιμάστηκε να απολαύσει τα συγχαρητήριά τους. Θα δεχόταν με αξιοπρέπεια την απολογία τους. Κι ύστερα άκουσε τι έλεγαν.
«...χρησιμοποίησε Φωτιά και Γη, λες και πήγαινε να ανοίξει τρύπα στην πέτρα». Αυτό το είχε πει η Νταγκντάρα.
«Ένα πιο απαλό άγγιγμα θα ήταν προτιμότερο», συμφώνησε η Σανέλ.
«...δούμε αν η Φωτιά αποδειχθεί χρήσιμη σε προβλήματα της καρδιάς», είπε η Θέρβα, χτυπώντας απαλά τη μακριά μύτη της. Η Μπελντεμαίν, μια παχουλή Αραφελινή με ασημένιες καμπανούλες στα μαλλιά, ένευσε σκεφτικά.
«...αν η Γη συνδυαζόταν έτσι με τον Αέρα, τότε αντιλαμβάνεσαι...»
«...Φωτιά υφασμένη με Νερό...»
«...Γη ενωμένη με το Νερό...»
Η Νυνάβε έμεινε με το στόμα να χάσκει. Την είχαν ξεχάσει τελείως. Νόμιζαν ότι αυτό που τους είχε δείξει μπορούσαν να το κάνουν καλύτερα από την ίδια!