Κορώνα από Ξίφη
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #7
- Язык: греческий
- Переводчик: Κώστας Γερογιάννης
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Κορώνα από Ξίφη». Краткое содержание книги:
Ο Τροχός του Χρόνου γυρίζει και οι εποχές έρχονται και παρέρχονται.
Όσα υπήρξαν, όσα θα υπάρξουν κι όσα υπάρχουν κινδυνεύουν να υποκύψουν στη σκιά. Αφήστε τον Δράκοντα να καλπάσει για άλλη μια φορά στους ανέμους του χρόνου.
Η Ηλαίην, η Αβιέντα και ο Ματ πλησιάζουν ολοένα το κύπελλο τερ'ανγκριάλ, το οποίο έχει τη δυνατότητα να αναστρέψει τον ατελείωτο καύσωνα που έχει ενσκήψει στον κόσμο και να αποκαταστήσει τις καιρικές συνθήκες. Η Εγκουέν συγκεντρώνει διάφορες γυναίκες με την ικανότητα της διαβίβασης —Θαλασσινές, Ανεμοευρέτριες, Σοφές- κι άλλες, ακόμα πιο απρόσμενες. Πάνω απ' όλα, ο Ραντ αντιμετωπίζει τον τρομερό Αποδιωγμένο Σαμαήλ στις σκιές της Σαντάρ Λογκόθ, όπου η αιμοδιψής ομίχλη, το Μασάνταρ, καραδοκεί για να αρπάξει τα θύματά της...
Η Ηλαίην ξεροκατάπιε. Άκου περιορισμό! Ίσως δεν ήταν ανάγκη να ονοματιστεί η διαδικασία «δίκη», μια και κάτι τέτοιο ήταν. Η Σάριθα μπορεί να μην είχε ακόμα αγέραστο πρόσωπο, αλλά η Ηλαίην ένιωθε το βάρος των υπόλοιπων γυναικών να την καταπλακώνει. Η Αντελέας κι η Βαντέν, με τα σχεδόν κάτασπρα μαλλιά τους και τα αγέραστα πρόσωπά τους που αντανακλούσαν τα χρόνια. Τα μαλλιά της Μέριλιλ ήταν λαμπερά και μαύρα, η Ηλαίην ωστόσο δεν θα εκπλησσόταν αν μάθαινε πως φορούσε το επώμιο για περισσότερα χρόνια απ' όσο ζούσαν οι πιο πολλές γυναίκες που δεν ήταν Άες Σεντάι. Το ίδιο ίσχυε και για την Κάρεαν. Καμιά τους δεν την ξεπερνούσε στη Δύναμη, όμως... Όλη αυτή η εμπειρία ως Άες Σεντάι, όλη αυτή η γνώση. Όλη αυτή η... εξουσία. Μια αυστηρή υπενθύμιση πως η ίδια ήταν μόλις δεκαοκτώ ετών κι είχε βάλει τα λευκά της μαθητευόμενης έναν χρόνο πριν.
Η Κάρεαν δεν έκανε καμιά κίνηση να αντικρούσει τις απόψεις της Σάριθα. Ίσως ήταν καλύτερο να υπερασπιστεί μόνη της τον εαυτό της. «Είναι φανερό πως αυτό το μυστικό στο οποίο αναφέρεστε έχει κάποια σχέση με τον Κύκλο, ωστόσο...»
«Το Σόι δεν είναι κάτι που σε αφορά, νεαρή», απάντησε κοφτά η Μέριλιλ. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσιαξε την ασημόγκριζα φούστα της με τις χρυσαφιές χαρακιές. «Εισηγούμαι την ισχύ της καταδίκης», είπε με παγερή φωνή.
«Συναινώ κι αποδέχομαι την ετυμηγορία», είπε η Αντελέας. Κοίταξε την Ηλαίην με ύφος απογοητευμένο και κούνησε το κεφάλι της.
Η Βαντέν έκανε μια αποπεμπτική κίνηση με το χέρι της. «Συναινώ κι αποδέχομαι. Συμφωνώ, ωστόσο, με την Έδρα της Μομφής». Το βλέμμα της Κάρεαν έκρυβε ένα ίχνος συμπόνιας. Ένα ίχνος μόνο.
Η Μέριλιλ άνοιξε το στόμα της να μιλήσει.
Το δειλό χτύπημα στην πόρτα ακούστηκε σαν κεραυνός μέσα στη στιγμιαία αλλά έντονη σιωπή.
«Τι στο Φως;» μουρμούρισε θυμωμένα η Μέριλιλ. «Είπα στην Πολ να μην αφήσει κανέναν να μας ενοχλήσει. Κάρεαν;»
Η Κάρεαν, που μπορεί να μην ήταν η νεαρότερη σε ηλικία, αλλά ήταν σίγουρα η κατώτερη όσον αφορά στη δύναμη, σηκώθηκε και γλίστρησε προς την πόρτα. Παρά τα κιλά της, κινείτο ανάλαφρα, σαν κύκνος.
Ήταν η ίδια η Πολ, η υπηρέτρια της Μέριλιλ, που μπήκε μέσα υποκλινόμενη δεξιά κι αριστερά. Μια λεπτοκαμωμένη γκριζομάλλα γυναίκα με αξιοπρέπεια ανάλογη της αφέντρας της, έμοιαζε ανήσυχη και βλοσυρή, και μάλλον έτσι θα πρέπει να ήταν, αφού διέκοψε την ομήγυρη κι εισέβαλε στο δωμάτιο παρά τις εντολές της Μέριλιλ. Η Ηλαίην είχε να νιώσει χαρούμενη που έβλεπε κάποιον από... από τότε που ο Ματ Κώθον εμφανίστηκε στην Πέτρα του Δακρύου. Τι φρικτή σκέψη. Αν η Αβιέντα δεν έλεγε πως είχε συναντήσει το τοχ πρόσφατα, ήταν έτοιμη να ζητήσει από τον άντρα να τη χτυπήσει για να δει αν θα λάβαινε τέλος η αγωνία της.
«Αυτό το έφερε η ίδια η Βασίλισσα», ανακοίνωσε βαριανασαίνοντας η Πολ, δίνοντάς τους ένα γράμμα σφραγισμένο με έναν μεγάλο κόκκινο σβώλο κεριού. «Είπε πως, αν δεν το έδινα αμέσως στην Ηλαίην, θα το παρέδιδε η ίδια. Είπε πως πρόκειται για τη μητέρα της μικρής». Η Ηλαίην έτριξε τα δόντια της. Οι υπηρέτριες των αδελφών είχαν αποκτήσει τη συνήθεια των κυριών τους όταν αναφέρονταν στη Νυνάβε και στην ίδια, αν και το έκαναν σπάνια μήπως κι ακούγονταν.
Έξαλλη, πήρε το γράμμα στα χέρια της χωρίς να περιμένει να της δώσει την άδεια η Μέριλιλ —αν της την έδινε κιόλας— κι έσπασε τη σφραγίδα με τον αντίχειρά της.
Αρχόντισσά μου Ηλαίην,
Χαιρετώ την Κόρη-Διάδοχο του Άντορ με χαρμόσυνα νέα. Μόλις πληροφορήθηκα ότι η μητέρα σου, Βασίλισσα Μοργκέις, ζει και προς το παρόν είναι φιλοξενούμενη του Πέντρον Νάιαλ στο Άμαντορ. Επιθυμεί σφόδρα να συναντηθείτε για να επιστρέψετε στο Άντορ μαζί ως θριαμβεύτριες. Διατίθεμαι να σου προσφέρω συνοδεία εναντίον των ληστοσυμμοριτών που λυμαίνονται την Αλτάρα, έτσι ώστε να φθάσεις στο πλευρό της μητέρας σου γρήγορα και με ασφάλεια. Συγχώρεσέ με γι' αυτήν τη βιαστικά γραμμένη και λειψή επιστολή, αλλά ξέρω πως θα επιθυμούσες να μάθεις τα θαυμάσια αυτά νέα το συντομότερο δυνατόν. Μέχρι να σε παραδώσω στο πλευρό της μητέρας σου.
Αφοσιωμένος στο Φως,