Το Μονοπάτι των Αιχμών
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #8
- Язык: греческий
- Переводчик: Κώστας Γερογιάννης
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Το Μονοπάτι των Αιχμών». Краткое содержание книги:
Το αριστοτεχνικό έπος φαντασίας του Ρόμπερτ Τζόρνταν, Ο Τροχός του Χρόνου, συνεχίζεται...
Οι ορδές των εισβολέων Σωντσάν έχουν καταλάβει το Έμπου Νταρ. Μ Νυνάβε, η Αβιέντα κι η Ηλαίην κατευθύνονται στο Κάεμλυν, με σκοπό να αναλάβει η τελευταία τον θρόνο που της ανήκει δικαιωματικά, αλλά στην πορεία ανακαλύπτουν έναν εχθρό πολύ χειρότερο από τους Σωντσάν.
Στο Ίλιαν, ο Ραντ ορκίζεται να απωθήσει τους Σωντσάν, όπως είχε κάνει και στο παρελθόν, παρ’ όλο που σημάδια παράνοιας εμφανίζονται στις τάξεις των Άσα’μαν.
Στο μεταξύ, οι επαναστημένες Άες Σεντάι με επικεφαλής τη νεαρή Άμερλιν Εγκουέν Αλ’Βέρ έρχονται αντιμέτωπες με έναν στρατό που απειλεί να τις κρατήσει μακριά από τον Λευκό Πύργο. Η Εγκουέν, όμως, είναι αποφασισμένη να εκθρονίσει τη σφετερίστρια Ελάιντα και να ενώσει ξανά τις Άες Σεντάι. Ωστόσο, δεν αντιλαμβάνεται ακόμα το τίμημα που οι άλλοι —αλλά και η ίδια— θα πληρώσουν.
Η Σέαν την άφησε και τακτοποίησε το φόρεμά της, μια και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο.
Η ξαφνική εμφάνιση της Ράβδου είχε ως αποτέλεσμα να ακουστούν για λίγο άναρθρες κραυγές, καθώς σχεδόν όλες βάλθηκαν να μιλούν ταυτόχρονα.
«Αίμα και φωτιά», γρύλισε η Ντόεσιν. «Ήρθατε εδώ κάτω για να ανακηρύξετε νέες καταραμένες αδελφές;»
«Παράτα τες, Σερίν», γέλασε αμέσως μετά η Γιουκίρι. «Ό,τι κι αν κάνουν, είναι δική τους δουλειά».
Το γάβγισμα της Τάλεν κάλυψε τις φωνές των άλλων δύο. «Για ποιον άλλο λόγο κινούνται κρυφίως —και μάλιστα μαζί!— αν όχι για να κάνουν κάποια δουλειά των επικεφαλής των Άτζα τους;»
Η Σερίν κούνησε το χέρι της κι ύστερα από ένα λεπτό έγινε σιωπή. Μπορεί όλες οι παρούσες να ήταν Καθήμενες, αλλά αυτή είχε το δικαίωμα να μιλήσει πρώτη στην Αίθουσα, κι εξάλλου μετρούσαν και τα σαράντα χρόνια της. «Νομίζω πως αυτή είναι η λύση του γρίφου», είπε χαϊδεύοντας με τον αντιχείρα της τη Ράβδο. «Αλλά γιατί, σε τελική ανάλυση;» Ξαφνικά, η λάμψη του σαϊντάρ την κύκλωσε κι αυτήν και διαβίβασε Πνεύμα στη Ράβδο. «Υπό το Φως, δεν πρόκειται να πω λέξη που να μην είναι αλήθεια. Δεν είμαι Σκοτεινόφιλη».
Στη σιωπή που ακολούθησε θα ακουγόταν και περπάτημα ποντικού.
«Έχω δίκιο;» είπε η Σερίν, αποδεσμεύοντας τη Δύναμη. Κρατούσε τη Ράβδο τεντωμένη προς την κατεύθυνση της Σέαν.
Για τρίτη φορά η Σέαν ξαναπήρε τον Όρκο ενάντια στο ψέμα, και για δεύτερη επανέλαβε πως δεν ανήκε στο Μαύρο Άτζα. Το ίδιο έκανε κι η Πεβάρα, με παγερή αξιοπρέπεια και ματιά κοφτερή σαν του αητού.
«Αυτό είναι γελοίο», είπε η Τάλεν. «Δεν υπάρχει Μαύρο Άτζα».
Η Γιουκίρι πήρε τη Ράβδο από την Πεβάρα και διαβίβασε. «Υπό το Φως, δεν πρόκειται να πω λέξη που να μην είναι αλήθεια. Δεν ανήκω στο Μαύρο Άτζα». Το φως του σαϊντάρ που την κύκλωνε έσβησε κι η γυναίκα έδωσε τη Ράβδο στην Ντόεσιν.
Η Τάλεν συνοφρυώθηκε αηδιασμένη. «Κάνε πέρα, Ντόεσιν. Εγώ, τουλάχιστον, δεν θα ανεχτώ μια τέτοια αισχρή υπόδειξη».
«Υπό το Φως, δεν πρόκειται να πω λέξη που να μην είναι αλήθεια», είπε η Ντόεσιν, σεβάσμια σχεδόν, κι η λάμψη γύρω της έμοιαζε με φωτοστέφανο. «Δεν ανήκω στο Μαύρο Άτζα». Όταν τα πράγματα σοβάρευαν, η γλώσσα της ήταν τόσο καθαρή όσο θα επιθυμούσε οποιαδήποτε Κυρά των Μαθητευομένων. Έτεινε τη Ράβδο προς το μέρος της Τάλεν.
Η χρυσομάλλα γυναίκα έκανε πίσω, λες κι αντίκρισε δηλητηριώδες φίδι. «Θεωρώ συκοφαντία ακόμα και το να μου ζητάς κάτι τέτοιο. Χειρότερο κι από συκοφαντία!» Κάτι θανατηφόρο φάνηκε στο βλέμμα της. Παράλογη σκέψη, ίσως, αλλά αυτό διέκρινε η Σέαν. «Κάντε πέρα τώρα», είπε απαιτητικά η Τάλεν, και στη φωνή της διακρινόταν όλη η εξουσία μιας Καθήμενης. «Φεύγω!»
«Δεν το νομίζω», είπε ήσυχα η Πεβάρα κι η Γιουκίρι συγκατένευσε αργά. Η Σέριν δεν περιορίστηκε να χαϊδέψει τη λαβή του μαχαιριού της. Την άδραξε τόσο δυνατά, που οι αρθρώσεις των δακτύλων της άσπρισαν.
Καλπάζοντας μέσα από το πυκνό χιόνι του Άντορ, τσαλαβουτώντας σχεδόν μέσα του, η Τοβέιν Γκάζαλ καταράστηκε τη μέρα που γεννήθηκε. Κοντή κι ελαφρώς πλαδαρή, με μαλακή χαλκόχρωμη επιδερμίδα και μακριά γυαλιστερά μαύρα μαλλιά, φάνταζε χαριτωμένη όλα αυτά τα χρόνια, αν και κανείς δεν την είχε αποκαλέσει ποτέ όμορφη κι ούτε επρόκειτο. Τα σκοτεινά μάτια που κάποτε σε κοιτούσαν με ειλικρίνεια, τώρα έμοιαζαν να διαπερνούν ό,τι κοιτούσαν. Κι αυτό όταν δεν ήταν θυμωμένη. Σήμερα όμως, ήταν θυμωμένη. Κι όταν η Τοβέιν θύμωνε, τα φίδια το έβαζαν στα πόδια.
Πίσω της κάλπαζαν —τσαλαβουτούσαν καλύτερα— άλλες τέσσερις Κόκκινες και πίσω από εκείνες είκοσι Φρουροί του Πύργου με μαύρα πανωφόρια και μανδύες. Σε κανέναν από τους άντρες δεν άρεσε που οι θώρακές τους είχαν αποθηκευτεί στα υποζύγια, και παρακολουθούσαν το δάσος που απλωνόταν κι από τις δυο μεριές του δρόμου λες και περίμεναν επίθεση ανά πάσα στιγμή. Η Τοβέιν δεν μπορούσε να φανταστεί πως ήταν δυνατόν να περιμένουν ότι θα διέσχιζαν τριακόσια μίλια μέσα στο Άντορ χωρίς να τους πάρει κανείς είδηση, φορώντας πανωφόρια και μανδύες που απεικόνιζαν ζωηρά τη Φλόγα της Ταρ Βάλον. Ωστόσο, το ταξίδι είχε σχεδόν τελειώσει. Άλλη μια μέρα, το πολύ δύο, πορείας με τα άλογα σε αυτούς τους δρόμους που το χιόνι έφτανε έως το γόνατο, και θα ενωνόταν με άλλες εννέα ομάδες σαν τη δικιά της. Δυστυχώς, δεν ήταν όλες οι αδελφές Κόκκινες, αλλά αυτό δεν την απασχολούσε και πολύ. Η Τοβέιν Γκάζαλ, πάλαι ποτέ Καθήμενη του Κόκκινου Άτζα, θα έμενε στην ιστορία ως η γυναίκα που κατάστρεψε αυτόν τον Μαύρο Πύργο.