Ο Άρχοντας του Χάους
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #6
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Ο Άρχοντας του Χάους». Краткое содержание книги:
Ας ξανακαλπάσει ο Δράκοντας στους ανέμους του χρόνου...
Ο Τροχός γυρνά κι οι άνεμοι του πεπρωμένου σαρώνουν τη γη. Ο Ραντ αλ’Θόρ, ο Αναγεννημένος Δράκοντας, παλεύει απεγνωσμένα για να ενώσει τα έθνη υπό την αρχηγία του πριν από την Τελευταία Μάχη, ενώ ο Σκοτεινός είναι έτοιμος να δραπετεύσει από την αιώνια φυλακή του κι οι αθάνατοι Αποδιωγμένοι στήνουν δόκανα στην ανυποψίαστη ανθρωπότητα.
Στον Λευκό Πύργο της Ταρ Βάλον, υπό τη δεσποτική Άμερλιν Ελάιντα, αποφασίζουν πως πρέπει να κάνουν τον Ραντ μαριονέτα τους. Στο Σαλιντάρ η Εγκουέν αλ’Βέρ ανακαλύπτει πως κι οι εξόριστες Άες Σεντάι έχουν τα δικά τους σχέδια γι’ αυτόν.
Η αφύσικη ξηρασία και το καλοκαίρι συνεχίζονται ακόμα και τους μήνες του χειμώνα, κι η Νυνάβε αλ’Μεάρα μαζί με την Ηλαίην, την Κόρη-Διάδοχο του Άντορ, αγωνίζονται να βρουν το μυθικό τερ’ανγκριάλ που μπορεί να ελέγξει τον καιρό, ενώ η Βασίλισσα Μοργκέις είναι ουσιαστικά αιχμάλωτη των Τέκνων του Φωτός που απλώνουν την εξουσία και την επιρροή τους.
Κι από την άλλη άκρη του κόσμου, ο Πέριν Αϋμπάρα νιώθει ως τα’βίρεν το κάλεσμα του Ραντ και σπεύδει μαζί με τους τοξότες των Δύο Ποταμών, που εξορμούν σε πόλεμο για πρώτη φορά ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια.
Το πρώτο του ήταν δυσνόητο όσο και στις Σοφές, όμως το δεύτερο του φαινόταν ξεκάθαρο. Ένας άνδρας με εγχειρίδιο τον οποίο δεν μπορούσε να δει πρέπει να ήταν Φαιός· είχαν δώσει τις ψυχές τους στη Σκιά —δεν τις είχαν απλώς αφιερώσει, τις είχαν παραδώσει— και μπορούσαν να ξεγλιστρήσουν απαρατήρητοι, ακόμα κι όταν το βλέμμα σου έπεφτε πάνω τους, κι ο μόνος πραγματικός σκοπός τους ήταν να γίνουν ασασίνοι. Γιατί, άραγε, οι Σοφές δεν είχαν καταλάβει κάτι τόσο απλό; Όσο για το τελευταίο, ο Ραντ φοβόταν πως κι αυτό ήταν ολοφάνερο. Ήδη διέλυε τις χώρες. Το Τάραμπον και το Άραντ Ντόμαν ήταν ερειπωμένα, οι εξεγέρσεις στο Δάκρυ και την Καιρχίν μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνονταν κάτι παραπάνω από λόγια διαμαρτυρίας, και το Ίλιαν σίγουρα θα ένιωθε την κόψη του σπαθιού του. Όλα αυτά χωρίς να υπολογίζει τον Προφήτη και τους Δρακορκισμένους στην Αλτάρα και το Μουράντυ.
«Δεν βλέπω κανένα μυστήριο σ’ αυτά τα δύο, Αβιέντα». Όταν, όμως, της εξήγησε, εκείνη τον κοίταξε με αμφιβολία. Φυσικά. Αφού δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν οι Σοφές Ονειροβάτισσες ένα όνειρο, τότε δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει κανείς. Ο Ραντ μούγκρισε ξινά και σωριάστηκε σε μια καρέκλα αντίκρυ της. «Τι άλλο ονειρεύτηκαν;»
«Υπάρχει άλλο ένα όνειρο που μπορώ να σου πω, αν κι ίσως να μη σε αφορά». Κάτι που σήμαινε πως υπήρχαν άλλα που δεν μπορούσε να του πει, κάτι που τον έκανε να αναρωτηθεί γιατί οι Σοφές τα είχαν συζητήσει μαζί της, εφόσον δεν ήταν ονειροβάτισσα. «Τούτο το όνειρο το είδαν κι οι τρεις τους, κάτι που σημαίνει πως είναι ιδιαιτέρως σημαντικό. Βροχή» —είπε αδέξια κι αυτή τη λέξη επίσης— «έρχεται από μια γαβάθα. Υπάρχουν δόκανα και παγίδες γύρω από τη γαβάθα. Αν την πιάσουν τα κατάλληλα χέρια, θα βρουν θησαυρό, ίσως εξίσου μεγάλο με τη γαβάθα. Σε λάθος χέρια, ο κόσμος είναι καταδικασμένος. Το κλειδί για να βρεθεί η γαβάθα είναι να βρεθεί εκείνος που δεν είναι πια».
«Τι δεν είναι πια;» Αυτό το όνειρο φαινόταν σημαντικότερο από τα άλλα. «Εννοείς κάποιον νεκρό;»
Τα σκουροκόκκινα μαλλιά της Αβιέντα λικνίστηκαν κάτω από τους ώμους της, καθώς κουνούσε το κεφάλι. «Δεν ξέρουν τίποτα παραπάνω απ’ ό,τι είπα». Προς έκπληξη του, η Αβιέντα σηκώθηκε με μια άνετη κίνηση, σιάζοντας με αυτόματες κινήσεις τα ρούχα της, όπως έκαναν πάντα οι γυναίκες.
«Είναι—» Έβηξε σκόπιμα. Παραλίγο θα έλεγε, Είναι ανάγκη να φύγεις; Μα το Φως, μέσα του ήθελε να φύγει εκείνη. Κάθε λεπτό κοντά της ήταν μαρτύριο. Μα, επίσης, κάθε λεπτό μακριά της ήταν κι αυτό μαρτύριο. Τέλος πάντων, μπορούσε να κάνει αυτό που ήταν σωστό και καλό γι’ αυτήν, και που ήταν το καλύτερο για κείνη. «Θέλεις να επιστρέψεις στις Σοφές, Αβιέντα; Για να συνεχίσεις τα μαθήματά σου; Δεν υπάρχει λόγος να μένεις άλλο πια εδώ. Μου δίδαξες τόσα πολλά. Είναι σαν να γεννήθηκα Αελίτης».
Αυτή ξεφύσησε με τρόπο που έλεγε πολλά, όμως φυσικά δεν το άφησε να περάσει. «Ξέρεις λιγότερα κι από εξάχρονο αγοράκι. Πες μου, γιατί ο άνδρας ακούει περισσότερη τη δευτερομητέρα του παρά τη δική του μητέρα, κι η γυναίκα τον δευτεροπατέρα της παρά τον δικό της πατέρα; Πότε δύναται μια γυναίκα να παντρευτεί έναν άνδρα δίχως να κάνει γαμήλιο στεφάνι; Πότε μια στεγοκυρά πρέπει να υπακούσει στο σιδερά; Αν πάρεις αργυροχόο για γκαϊ’σάιν, γιατί πρέπει να την αφήνεις να δουλεύει μια μέρα για τον εαυτό της για κάθε μέρα που δουλεύει για σένα; Γιατί δεν ισχύει το ίδιο για τις υφάντρες;» Ο Ραντ μπέρδεψε τα λόγια του προσπαθώντας να απαντήσει, για να μην παραδεχτεί ότι δεν ήξερε, όμως εκείνη ξαφνικά έπιασε να σιάζει το επώμιό της σαν να τον είχε ξεχάσει. «Μερικές φορές το τζι’ε’τόχ είναι αφορμή για ωραία αστεία. Θα μου λυνόταν ο αφαλός από τα γέλια, αν αυτό το αστείο δεν ήταν εις βάρος μου». Η φωνή της έγινε ψίθυρος. «Θα τηρήσω το τοχ μου».
Εκείνου του φάνηκε πως η Αβιέντα μονολογούσε, όμως της απάντησε. Με προσοχή. «Αν εννοείς τη Λανφίαρ, δεν σε έσωσα εγώ. Η Μουαραίν σε έσωσε. Πέθανε σώζοντάς μας όλους». Το σπαθί του Λάμαν την είχε απαλλάξει από το μόνο άλλο τοχ που είχε, αν και ποτέ του δεν είχε μπορέσει να καταλάβει τι ήταν. Η μόνη υποχρέωση που ήξερε η Αβιέντα ότι του είχε. Ο Ραντ προσευχόταν να μην μάθαινε η Αβιέντα για την άλλη· θα τις θεωρούσε μία μαζί, αν κι αυτός δεν το έβλεπε έτσι.