Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Το Μεγάλο Κυνήγι
Το Μεγάλο Κυνήγι - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Το Μεγάλο Κυνήγι

Электронная книга - «Το Μεγάλο Κυνήγι». Краткое содержание книги:

Αιώνες πολλούς οι πλανόδιοι τροβαδούροι έλεγαν ιστορίες για το χαμένο Κέρας του Βαλίρ’ το θρυλικό Κέρας, που θα φέρει πίσω τους νεκρούς ήρωες των Εποχών. Το Κέρας έχει ανακαλυφθεί — μόνο και μόνο για να το ξανακλέψουν, μαζί με το εγχειρίδιο της Σαντάρ Λογκόθ, απ’ το οποίο εξαρτάται η ζωή του Ματ, του φίλου του Ραντ αλ’Θορ. Ο μνημειώδης άθλος της ανεύρεσής του πέφτει στους ώμους του νεαρού Ραντ και, αναλαμβάνοντας αυτήν την αναζήτηση, ο Ραντ εκπληρώνει ένα πεπρωμένο που επιθυμούσε να αποφύγει. Αλλά η αναζήτηση για το Κέρας του Βαλίρ είναι μόνο η αρχή σ’ αυτό το μακρινό ταξίδι ανακάλυψης του Ραντ, για να ανακαλύψει ο ήρωάς μας είναι πράγματι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας, που θα αντιμετωπίσει τον Σκοτεινό σε έναν αγώνα όπου διακυβεύεται όχι μόνο η ζωή του, αλλά ο κόσμος ολόκληρος.
1 ... 240 241 242 243 244 245 246 247 248 ... 354
Перейти на страницу:

Η Δύναμη διέτρεχε τον Ραντ σαν χείμαρρος. Ένιωθε το σύνδεσμο ανάμεσα σ’ αυτόν και στο σαϊντίν, σαν ποτάμι σε πλημμύρα, ανάμεσα σ’ αυτόν και στην αγνή φωτιά που μαινόταν στην καρδιά του Μαύρου Ανέμου, σαν λυσσασμένος καταρράκτης. Η λάβρα μέσα του κόρωσε, δυνάμωσε κι άλλο, έγινε ένα τρεμοπαίξιμο, το οποίο μπορούσε να λιώσει πέτρα και να εξατμίσει ατσάλι και να κάνει τον αέρα να ξεσπάσει σε φλόγες. Το κρύο δυνάμωσε, ώσπου η ανάσα στα πνευμόνια του σίγουρα είχε παγώσει και σκληρύνει σαν μέταλλο. Το ένιωθε να τον καταβάλλει, ένιωθε τη ζωή να διαβρώνεται, σαν ποταμίσια όχθη από μαλακό πηλό, ένιωθε ότι αυτό που φθειρόταν ήταν η ζωή του.

Δεν μπορώ να σταματήσω! Αν βγει έξω... Πρέπει να το σκοτώσω! Δεν-μπορώ-να-σταματήσω! Κρεμάστηκε απεγνωσμένα από τα θραύσματα του εαυτού του. Η Μία Δύναμη βρυχήθηκε μέσα του· πιάστηκε πάνω της, σαν ξυλαράκι σε αφρισμένα νερά. Το κενό άρχισε να λιώνει και να κυλά· η αδειανοσύνη άχνιζε από την παγωνιά.

Η κίνηση της Πύλης σταμάτησε και έπειτα αντιστράφηκε.

Ο Ραντ την κοίταζε, νιώθοντας βέβαιος μέσα στις αμυδρές σκέψεις του, που μετεωριζόταν έξω από το κενό, ότι έβλεπε μόνο ό,τι ήθελε να δει.

Οι πόρτες πλησίασαν η μια την άλλη, σπρώχνοντας πίσω το Μάτσιν Σιν, λες και αυτό είχε ουσία συμπαγή. Η πυρά ακόμα μούγκριζε στο στήθος του.

Νιώθοντας μια αόριστη, απόμακρη απορία, ο Ραντ είδε τον Λόιαλ, που ήταν ακόμα πεσμένος στα χέρια και στα γόνατα, να απομακρύνεται από τις πόρτες που έκλειναν.

Το χάσμα στένεψε, εξαφανίστηκε. Τα φύλλα και τα κλήματα ενώθηκαν κι έφτιαξαν έναν στερεό τοίχο, κι έγιναν πέτρα.

Ο Ραντ ένιωσε να σπάει ο σύνδεσμος ανάμεσα σ’ αυτόν και στη φωτιά, και να παύει η ροή της Δύναμης που περνούσε από κει. Μια στιγμή ακόμα και θα τον είχε παρασύρει. Έπεσε στα γόνατα με τρέμουλο. Εκείνο ήταν ακόμα εκεί. Το σαϊντίν. Δεν έρεε πια, αλλά ήταν εκεί, σαν λιμνούλα. Ο Ραντ ήταν μια λιμνούλα της Μίας Δύναμης. Έτρεμε μαζί της. Μπορούσε να μυρίσει το γρασίδι, το χώμα από κάτω, τις πέτρες των τοίχων. Ακόμα και στο σκοτάδι μπορούσε να διακρίνει κάθε φύλλο του γρασιδιού, χωριστό και ολόκληρο, όλα μαζί με μιας. Μπορούσε να νιώσει και το παραμικρό σάλεμα του αέρα στο πρόσωπο του. Η γλώσσα του ένιωσε αηδία από τη γεύση του μολύσματος· το στομάχι του έγινε κόμπος, συσπάστηκε.

Ανεμίζοντας άγρια, μανιασμένα τα χέρια, πήγε να βγει από το κενό· ακόμα γονατισμένος, ακίνητος, πάλεψε να ελευθερωθεί. Και μετά, το μόνο που είχε μείνει ήταν η ρυπαρότητα στη γλώσσα του και ο σπασμός στο στομάχι του, και η μνήμη. Τόσο — ζωντανός.

«Μας έσωσες, Κατασκευαστή». Ο Χούριν ήταν με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και η φωνή του ήταν βραχνή. «Αυτό το πράγμα — αυτό ήταν ο Μαύρος Άνεμος; — ήταν χειρότερο κι από — θα μας πετούσε εκείνη τη φωτιά; Άρχοντα Ραντ! Σε χτύπησε; Σε άγγιξε;» Ήρθε τρέχοντας, καθώς ο Ραντ σηκωνόταν όρθιος, και τον βοήθησε στο τέλος να σταθεί. Κι ο Λόιαλ επίσης σηκωνόταν, τινάζοντας το χώμα από τα χέρια και τα γόνατά του.

«Δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τον Φάιν σ’ αυτό». Ο Ραντ άγγιξε το μπράτσο του Λόιαλ. «Σ’ ευχαριστώ. Στ’ αλήθεια μας έσωσες». Εμένα πάντως με έσωσες. Με σκότωνε. Με σκότωνε, κι ένιωθα — υπέροχα. Ξεροκατάπιε. Κατάπιε· ακόμα γέμιζε το στόμα του ένα αχνό απομεινάρι της γεύσης. «Θέλω κάτι να πιω».

«Απλώς βρήκα το φύλλο και το ξανάβαλα στη θέση του», είπε ο Λόιαλ, σηκώνοντας τους ώμους. «Φαινόταν ότι, αν δεν μπορούσαμε να κλείσουμε την Πύλη, θα μας σκότωνε. Φοβάμαι πως δεν είμαι και τόσο καλός ήρωας, Ραντ. Φοβόμουν τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να σκεφτώ».

«Φοβόμασταν και οι δύο», είπε ο Ραντ. «Μπορεί να είμαστε μέτριοι ήρωες, αλλά δεν υπάρχουν άλλοι. Καλά που είναι μαζί μας ο Ίνγκταρ».

«Άρχοντα Ραντ», είπε ταπεινά ο Χούριν, «μπορούμε να — φύγουμε, τώρα;»

Αρχικά ο μυριστής διαμαρτυρήθηκε, που ο Ραντ θα περνούσε πρώτος τον τοίχο, αφού δεν ήξεραν αν τους περίμενε κανείς απ’ έξω, αλλά μετά ο Ραντ επισήμανε ότι ήταν ο μόνος που είχε όπλο. Ακόμα και τότε, του Χούριν δεν φάνηκε να του αρέσει που θα άφηνε τον Λόιαλ να σηκώσει τον Ραντ για να πιαστεί από την κορυφή του τοίχου και να ανέβει πάνω.

Ο Ραντ έπεσε από την άλλη μ’ ένα γδούπο και προσπάθησε να δει και να ακούσει τι υπήρχε στο σκοτάδι. Του φάνηκε, για μια στιγμή, πως είχε δει κάτι να κινείται, πως είχε ακούσει μια μπότα να ξύνεται στον τούβλινο τοίχο, αλλά τίποτα από τα δύο δεν επαναλήφθηκε και τα θεώρησε αποτέλεσμα της νευρικότητάς του. Στράφηκε για να βοηθήσει τον Χούριν να κατέβει.

«Άρχοντα Ραντ», είπε ο μυριστής, μόλις τα πόδια του ξαναπάτησαν στο χώμα, «πώς θα τους παρακολουθήσουμε τώρα; Απ’ ό,τι έχω ακούσει γι’ αυτά τα πράγματα, μπορεί ολόκληρη η συμμορία να έχει φτάσει στην άλλη άκρη του κόσμου».

1 ... 240 241 242 243 244 245 246 247 248 ... 354
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)