Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Η Άνοδος της Σκιάς
Η Άνοδος της Σκιάς - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Η Άνοδος της Σκιάς

Электронная книга - «Η Άνοδος της Σκιάς». Краткое содержание книги:

Η Σκιά απλώνεται απειλητικά σ' αυτόν τον προαιώνιο πόλεμο καλού και κακού, ο Σκοτεινός λαχταρά να γλιτώσει τη φυλακή του και να δέσει στα βρόχια του τον κόσμο. Μα οι ήρωες μας δεν είναι πια παιδαρέλια. Από τότε που έφυγαν από το χωριουδάκι τους στους Δύο Ποταμούς, βρήκαν το μυστικό του Οφθαλμού του Κόσμου, ήχησαν το λαμπρό Κέρας του Βαλίρ, άγγιξαν το Ανέγγιχτο Σπαθί. Ωριμάζουν και μαθαίνουν, κι όταν τους προστάζει η μοίρα, ανταποκρίνονται στο κάλεσμά της.
Η περιπέτεια συνεχίζεται: ο Πέριν, ο λιγομίλητος; σιδεράς, επιστρέφει στο Πεδίο του Έμοντ και γίνεται ο Άρχοντας τον Λύκων, ο Πέριν ο Χρυσομάτης. Ο Ραντ, έχοντας υποτάξει το Δάκρυ, εκπληρώνοντας άλλο ένα μέρος της Προφητείας του Δράκοντα, ξεκινά για την Ερημιά του Άελ, για να στρατολογήσει στον αγώνα του τους Αελίτες, εκείνους τους απείθαρχους και ανίκητους πολεμιστές. Όσο για τις μάγισσες Άες Σεντάι στο Λευκό Πύργο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος εκεί δεν μοιάζει να προέρχεται από τις δυνάμεις του Κακού, αλλά από τη δίψα για εξουσία και τις μηχανορραφίες τους.
Η περιπέτεια συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται όσο γυρνά ο Τροχός του Χρόνου.
1 ... 234 235 236 237 238 239 240 241 242 ... 537
Перейти на страницу:

Ξαφνικά τα αφτιά του έπιασαν έναν πνιχτό, ξερό ήχο από οπλές στο σκοτάδι και τότε συνειδητοποίησε τι ήταν εκείνη η μυρωδιά σαπίλας. «Τρόλοκ!» φώναξε.

Ο Γκαούλ γύρισε όλο χάρη από την άλλη και έχωσε ένα δόρυ στο προστατευμένο από μαύρο, αλυσιδωτό θώρακα στήθος ενός λυκομούτσουνου Τρόλοκ, που χιμούσε στο φως με το δρεπανοειδές σπαθί του υψωμένο· με την ίδια άνετη κίνηση, ο Αελίτης ελευθέρωσε την αιχμή του δόρατός του και παραμέρισε, αφήνοντας την πελώρια μορφή να πέσει κάτω. Την ακολούθησαν κι άλλες, όμως, με μουσούδες τράγων και χαυλιόδοντες αγριόχοιρων, με άγρια ράμφη και στραβά κέρατα, με κυρτά σπαθιά, πέλεκεις με καρφιά και δόρατα με άγκιστρα. Τα άλογα χοροπήδησαν και χλιμίντρησαν.

Ο Πέριν κράτησε το φανάρι ψηλά —η σκέψη ότι θα αντιμετώπιζε αυτά τα πράγματα στο σκοτάδι του έφερνε κρύο ιδρώτα― έψαξε να πιάσει το όπλο του και αμέσως χτύπησε ένα πρόσωπο, που το παραμόρφωνε μια μουσούδα με κοφτερά δόντια. Ξαφνιάστηκε όταν κατάλαβε ότι είχε τραβήξει το σφυρί από τα λουριά που το έδεναν στα σακίδια της σέλας· μπορεί να μην είχε την κοφτερή αιχμή του τσεκουριού, αλλά τα πέντε κιλά ατσαλιού, έτσι όπως τα κατέβαζε το μπράτσο ενός σιδερά, έκαναν τον Τρόλοκ να οπισθοχωρήσει παραπατώντας, αλυχτώντας και πιάνοντας το παραμορφωμένο πρόσωπό του.

Ο Λόιαλ χτύπησε με το κοντάρι του φαναριού ένα κεφάλι με κέρατα τράγου και το φανάρι έσπασε· λουσμένος στο λάδι που καιγόταν, ο Τρόλοκ έτρεξε ουρλιάζοντας στο σκοτάδι. Ο Ογκιρανός ανέμισε το γερό κοντάρι, που στα πελώρια χέρια του έμοιαζε με βεργούλα, η οποία όμως κατάφερνε πλήγματα που δημιουργούσαν ξερούς κρότους, από τα κόκαλα που έσπαζε. Ένα μαχαίρι που είχε εκσφενδονίσει η Φάιλε χώθηκε σε ένα ανθρώπινο μάτι, πάνω από μια μουσούδα με χαυλιόδοντες. Οι Αελίτες χόρευαν τα δόρατα, έχοντας βρει με κάποιον τρόπο χρόνο να βάλουν τα πέπλα τους. Ο Πέριν χτυπούσε, και χτυπούσε, και χτυπούσε. Ένας στρόβιλος θανάτου που κράτησε... Ένα λεπτό; Πέντε; Έμοιαζε να ήταν ολόκληρη ώρα. Απότομα, όμως, φάνηκε πως όλοι οι Τρόλοκ είχαν σωριαστεί κάτω, ενώ εκείνοι που δεν ήταν νεκροί σφάδαζαν στην επιθανάτια αγωνία τους.

Ο Πέριν ρούφηξε αέρα στα πνευμόνια του· ένιωθε το δεξί του μπράτσο έτοιμο να ξεριζωθεί από βάρος του σφυριού. Ένιωθε ένα κάψιμο στο πρόσωπο, ενώ κάτι υγρό κυλούσε στο πλευρό του και κάτι επίσης υγρό στο πόδι, εκεί που τον είχε αγγίξει το ατσάλι των Τρόλοκ. Καθένας από τους Αελίτες είχε τουλάχιστον ένα υγρό σημείο που λέκιαζε τα καφετιά και γκρίζα ρούχα τους, ενώ ο Λόιαλ είχε ένα ματωμένο κόψιμο στο μηρό. Το βλέμμα του Πέριν τους προσπέρασε, ψάχνοντας τη Φάιλε. Αν είχε πάθει τίποτα... Η Φάιλε καθόταν πάνω στη μαύρη φοράδα της, κρατώντας ένα μαχαίρι έτοιμο να το πετάξει. Είχε καταφέρει να βγάλει τα γάντια και να τα χώσει διπλωμένα στη ζώνη της. Δεν είδε καμία πληγή πάνω της. Μέσα στις μυρωδιές από τα αίματα —των ανθρώπων, του Ογκιρανού, των Τρόλοκ― δεν θα ξεχώριζε τη δική της, αν αιμορραγούσε, αλλά ήξερε την οσμή της και η Φάιλε δεν ανέδινε την οδυνηρή οσμή του πληγωμένου. Τα δυνατά φώτα πείραζαν τα μάτια των Τρόλοκ· δεν προσαρμόζονταν εύκολα. Πιθανότατα ο μόνος λόγος που οι ίδιοι ήταν ζωντανοί και οι Τρόλοκ νεκροί, ήταν αυτή η απότομη είσοδος από το σκοτάδι στο φως.

Αυτό ήταν το μόνο χρονικό περιθώριο που είχαν, μιας στιγμής ανάπαυλα, ίσια για να κοιτάξουν ολόγυρα, για να πάρουν μια ανάσα. Μ' ένα βρυχηθμό σαν εκατό κιλά κόκαλα που πέφτουν σε έναν πελώριο μύλο κρέατος, ένας Ξέθωρος χίμηξε στο φως, με το ανόφθαλμο πρόσωπό του σαν το θάνατο, με το μαύρο ξίφος του να τρεμοφέγγει σαν μακρινή αστραπή. Τα άλογα χλιμίντρησαν, προσπάθησαν να το σκάσουν.

Ο Γκαούλ μόλις που κατάφερε να αποκρούσει τη λεπίδα με τη μικρή, στρογγυλή ασπίδα του, χάνοντας μια φέτα από το πλάι της, λες και τα στρώματα από επεξεργασμένο τομάρι ταύρου ήταν σκέτο χαρτί. Κάρφωσε με το σπαθί του, απέκρουσε μια σπαθιά —μετά βίας― και μετά κάρφωσε ξανά. Στο στήθος του Μυρντράαλ φύτρωσαν βέλη. Η Μπάιν και η Τσιάντ είχαν χώσει τα δόρατά τους στα λουριά που κρατούσαν τις θήκες των τόξων στις πλάτες τους και χρησιμοποιούσαν τα κυρτά, κεράτινα τόξα. Κι άλλα βέλη φάνηκαν, σαν δάσος που φύτρωνε στο στήθος του Ημιανθρώπου. Το δόρυ του Γκαούλ χιμούσε, κάρφωνε. Ένα μαχαίρι της Φάιλε ξαφνικά εμφανίστηκε στο λείο, άσπρο σαν σκουλήκι πρόσωπο. Ο Ξέθωρος δεν έλεγε να πέσει, δεν σταματούσε την προσπάθεια να σκοτώσει. Μόνο πηδώντας ξέφρενα δεξιά κι αριστερά απέφευγαν τη λεπίδα του, που έψαχνε σάρκα.

Ο Πέριν γύμνωσε τα δόντια σε ένα ασυναίσθητο γρύλισμα. Μισούσε τους Τρόλοκ, ως εχθρούς του αίματος του, όμως οι Ουδεγέννητοι...; Άξιζε να πεθάνει κανείς, αν ήταν να σκοτώσει έναν Ουδεγέννητο. Να χώσω τα δόντια μου στο λαιμό του...! Χωρίς να προσέχει αν εμπόδιζε τα βέλη της Μπάιν και της Τσιάντ, οδήγησε τον Γοργοπόδη κοντά στην πλάτη του Ουδεγέννητου, πιέζοντας με γόνατα και γκέμια το απρόθυμο άλογο να πλησιάσει. Την τελευταία στιγμή, το πλάσμα έστριψε κι απομακρύνθηκε από τον Γκαούλ, μοιάζοντας να αγνοεί ένα δόρυ που είχε καρφωθεί ανάμεσα στις ωμοπλάτες του και έβγαινε κάτω από το λαιμό του. Σήκωσε το κεφάλι προς τον Πέριν, με εκείνο το ανόφθαλμο βλέμμα που προκαλούσε φόβο στις ψυχές των ανθρώπων. Πολύ αργά. Το σφυρί του Πέριν έπεσε, συντρίβοντας κεφάλι και ανόφθαλμο βλέμμα.

1 ... 234 235 236 237 238 239 240 241 242 ... 537
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)