Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Ο Αναγεννημένος Δράκοντας
Ο Αναγεννημένος Δράκοντας - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Ο Αναγεννημένος Δράκοντας

Электронная книга - «Ο Αναγεννημένος Δράκοντας». Краткое содержание книги:

Ο Αναγεννημένος Δράκοντας —ο ηγέτης που, σύμφωνα με την αρχαία προφητεία, θα σώσει τον κόσμο, μια, σώζοντάς τον, θα τον αφανίσει· ο λυτρωτής που θα παραφρονήσει και θα σκοτώσει τους αγαπημένους του— προσπαθεί να δραπετεύσει από το πεπρωμένο του. Με την ικανότητα να αγγίζει τη Μία Δύναμη, αλλά μην μπορώντας να την ελέγχει, και μην έχοντας κανέναν να τον διδάξει —είναι κάτι που κανείς άνδρας δεν έχει κάνει εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια— ο Ραντ αλ’Θόρ ξέρει μόνο ότι πρέπει να αντιμετωπίσει τον Σκοτεινό. Μα πώς;
1 ... 203 204 205 206 207 208 209 210 211 ... 336
Перейти на страницу:

«Ή μπορεί να επιλεχθούν να πάνε στο Ρουίντιαν», πρόσθεσε η Τσιάντ. «Οι Σοφές δεν μπορούν να είναι παντρεμένες με το δόρυ».

Η Μπάιν την κοίταξε σαν να είχε ανακοινώσει ότι ο ουρανός είναι γαλανός, ή ότι η βροχή πέφτει από τα σύννεφα. Το βλέμμα που έριξε στην Εγκουέν και την Ηλαίην έλεγε ότι, ίσως, εκείνες να μην ήξεραν αυτά τα πράγματα. «Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Αν και μερικές διαφωνούν».

«Ναι, διαφωνούν». Το ύφος της Τσιάντ έλεγε ότι κάτι ήξεραν αυτή και η Μπάιν.

«Λοξοδρόμησα πολύ, όμως, απ’ αυτό που εξηγούσα», συνέχισε να λέει η Μπάιν. «Οι Κόρες δεν χορεύουν τα δόρατα μεταξύ τους, ακόμα και όταν πολεμούν οι φατρίες τους, αλλά το Σαάραντ Αελ και το Γκόσιεν Αελ κρατούν βεντέτα μεταξύ τους πάνω από τετρακόσια χρόνια, έτσι η Τσιάντ κι εγώ σκεφτήκαμε ότι ο γαμήλιος όρκος μας δεν ήταν αρκετός. Πήγαμε και είπαμε τα λόγια μπροστά στις Σοφές των φατριών μας —αυτή έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή της στο άντρο μου κι εγώ στο δικό της― για να μας δεσμεύσουν ως πρωταδελφές. Όπως αρμόζει σε πρωταδελφές που είναι Κόρες, φυλάμε η μια τα νώτα της άλλης και καμία δεν θα αφήσει άντρα να την πλησιάσει, χωρίς την άλλη. Δεν θα έλεγα ότι δεν μας ενδιαφέρουν οι άντρες». Η Τσιάντ ένευσε, με ένα αμυδρό ίχνος χαμόγελου. «Σου ξεκαθάρισα την αλήθεια, Εγκουέν;»

«Ναι», είπε αχνά η Εγκουέν. Έριξε μια ματιά στην Ηλαίην και είδε στα γαλανά μάτια της τη σαστισμάρα που ήξερε ότι είχε και στα δικά της. Όχι Κόκκινο Άτζα. Πράσινο ίσως. Διασταύρωση μεταξύ Προμάχων και Πράσινου Άτζα κι αυτό είναι το μόνο που καταλαβαίνω εδώ πέρα. «Τώρα, η αλήθεια μου φαίνεται ξεκάθαρη, Μπάιν. Σε ευχαριστώ».

«Αν οι δυο σας νιώθετε ότι είστε πρωταδελφές», είπε η Τσιάντ, «θα πρέπει να πάτε στις Σοφές σας και να πείτε τα λόγια. Αλλά είστε και οι δύο Σοφές, αν και μικρές. Σε αυτή την περίπτωση, δεν ξέρω πώς γίνεται».

Η Εγκουέν δεν ήξερε αν θα έπρεπε να γελάσει ή να κοκκινίσει. Έβλεπε στο νου της την Ηλαίην και την ίδια να μοιράζονται τον ίδιο άντρα. Όχι, αυτό είναι μονάχα για πρωταδελφές που είναι Κόρες τον Δόρατος. Έτσι δεν είναι; Τα μάγουλα της Ηλαίην είχαν κοκκινίσει και η Εγκουέν ήταν σίγουρη ότι σκεφτόταν τον Ραντ. Αλλά δεν τον μοιραζόμαστε, Ηλαίην. Καμία από τις δυο μας δεν μπορεί να τον αποκτήσει.

Η Ηλαίην ξερόβηξε. «Δεν νομίζω να χρειαζόμαστε κάτι τέτοιο, Τσιάντ. Η Εγκουέν κι εγώ ήδη φυλάμε η μια τα νώτα της άλλης».

«Πώς είναι δυνατόν αυτό;» ρώτησε αργά η Τσιάντ. «Δεν είστε παντρεμένες με το δόρυ. Και είστε Σοφές. Ποιος θα σήκωνε το χέρι του σε μια Σοφή; Νιώθω μπερδεμένη. Τι ανάγκη έχετε να φυλάγεστε;»

Η Εγκουέν γλίτωσε και δεν απάντησε, επειδή είχαν φτάσει στο αλσύλλιο. Κάτω από τα δέντρα υπήρχαν άλλες δύο Αελίτισσες, βαθιά στο αλσύλλιο, αλλά κοντά στο ποτάμι. Η Τζόλιεν, της φυλής της Αλμυρής Πεδιάδας του Νακάι Αελ, μια γαλανομάτα με χρυσοκόκκινα μαλλιά αρκετά όμοια με της Ηλαίην, φυλούσε την Νταϊλίν, από τη φυλή και τη φατρία της Αβιέντα. Ο ιδρώτας μούσκευε τα μαλλιά της Νταϊλίν, σκουραίνοντας κι άλλο το κόκκινο χρώμα τους· τα γκρίζα μάτια της άνοιξαν μόνο μια φορά, όταν οι άλλες πλησίασαν και ύστερα τα ξανάκλεισε. Το σακάκι και το πουκάμισό της βρίσκονταν πλάι της, ενώ οι τυλιγμένοι επίδεσμοι γύρω από τη μέση της είχαν κόκκινους λεκέδες.

«Χτυπήθηκε από σπαθί», είπε η Αβιέντα. «Αυτοί οι βλάκες οι στρατιώτες, όπως τους λένε εκείνοι οι εξωμότες δεντροφονιάδες, νόμισαν ότι ήμασταν από τους ληστές που λυμαίνονται αυτή την περιοχή. Αναγκαστήκαμε να τους σκοτώσουμε για να τους μεταπείσουμε, αλλά η Νταϊλίν... Μπορείς να τη γιατρέψεις, Άες Σεντάι;»

Η Νυνάβε γονάτισε πλάι στην τραυματισμένη και τράβηξε για λίγο τους επιδέσμους για να κοιτάξει από κάτω. Έκανε ένα μορφασμό όταν είδε την πληγή. «Τη μετακινήσατε αφότου πληγώθηκε; Έκανε κακάδι, αλλά είναι σπασμένο».

«Ήθελε να πεθάνει κοντά σε νερό», είπε η Αβιέντα. Έριξε μια ματιά στο ποτάμι και γρήγορα τράβηξε το βλέμμα. Της Εγκουέν της φάνηκε ότι είχε ανατριχιάσει.

«Ανόητες!» Η Νυνάβε έψαξε στο σακίδιο με τα βότανά της. «Με τέτοια πληγή που έχει, μπορεί να τη σκοτώνατε. Ήθελε, λέει, να πεθάνει κοντά σε νερό!» είπε αηδιασμένη. «Μπορεί να κρατάτε όπλα, σαν άντρες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σκέφτεστε σαν αυτούς». Έβγαλε ένα βαθύ, ξύλινο κύπελλο από το σακίδιο και το έδωσε στην Τσιάντ. «Γέμισε το. Θέλω να τα ανακατέψω αυτά με νερό, για να τα πιει».

Η Τσιάντ και η Μπάιν πήγαν στην άκρη του ποταμού και γύρισαν μαζί. Δεν άλλαξαν έκφραση, αλλά της Εγκουέν της φάνηκε ότι περίμεναν πως το ποτάμι θα χιμούσε να τις αρπάξει.

1 ... 203 204 205 206 207 208 209 210 211 ... 336
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)