Το Μεγάλο Κυνήγι
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #2
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Το Μεγάλο Κυνήγι». Краткое содержание книги:
Ο πανδοχέας ήταν ένας παχουλός άντρας με λιπαρό δέρμα, με μια μόνο πράσινη πινελιά στο σκουρόγκριζο πανωφόρι του. Τινάχτηκε όταν τους πρωτοείδε, και ο Ραντ δεν ένιωσε έκπληξη μ’ αυτό. Ο Λόιαλ, που κρατούσε το κιβώτιο στα χέρια, ακόμα τυλιγμένο στην κουβέρτα, αναγκάστηκε να σκύψει για να περάσει από την εξώπορτα, ο Χούριν ήταν φορτωμένος τα σακίδια και τα μπαγκάζια τους, και το κόκκινο πανωφόρι του Ραντ έκανε έντονη αντίθεση με τα μελαγχολικά χρώματα που φορούσαν οι πελάτες.
Ο πανδοχέας είδε το πανωφόρι και το σπαθί του Ραντ και το γλοιώδες χαμόγελό του ξαναφάνηκε. Υποκλίθηκε, τρίβοντας τα απαλά χέρια του. «Συνχώρεσέ με, Άρχοντά μου. Για μια στιγμή σε πέρασα για — Συγχώρεσέ με. Το μυαλό μου νερούλιασε. Θέλεις δωμάτια, Άρχοντά μου;» Πρόσθεσε άλλη μια, μικρότερη υπόκλιση για τον Λόιαλ. «Με λένε Κουάλε, Άρχοντά μου».
Νόμιζε ότι είμαι Αελίτης, σκέφτηκε ξινά ο Ραντ. Ήθελε να φύγει από την Καιρχίν. Αλλά ήταν το μόνο μέρος που ίσως τους έβρισκε ο Ίνγκταρ. Και η Σελήνη είχε πει ότι θα τον περίμενε στην Καιρχίν.
Χρειάστηκε λίγη ώρα για να ετοιμαστούν τα δωμάτιά τους· ο Κουάλε εξήγησε με άφθονα χαμόγελα και υποκλίσεις ότι έπρεπε να μετακινήσει ένα κρεβάτι για τον Λόιαλ. Ο Ραντ θέλησε πάλι να μοιραστούν ένα δωμάτιο, αλλά ο πανδοχέας τον κοίταζε σκανδαλισμένος και ο Χούριν επέμεινε —«Πρέπει να δείξουμε στους Καιρχινούς ότι ξέρουμε σαν κι αυτούς τι είναι σωστό, Άρχοντα Ραντ»— κι έτσι κατέληξαν να μείνουν σε δύο δωμάτια, το ένα μόνο γι’ αυτόν, που τα ένωνε μια πόρτα.
Τα δωμάτια ήταν σχεδόν τα ίδια, μόνο που στο ένα υπήρχαν δύο κρεβάτια, το ένα αρκετά μεγάλο για Ογκιρανό, ενώ το δικό του δωμάτιο είχε ένα κρεβάτι, το οποίο όμως ήταν σχεδόν εξίσου μεγάλο με τα άλλα δύο μαζί, με πελώριες κολώνες, που έφταναν σχεδόν ως το ταβάνι. Η ψηλή πολυθρόνα με την επένδυση ήταν κι αυτή ογκώδης και τετραγωνισμένη. Η ντουλάπα που ακουμπούσε στον τοίχο ήταν σμιλεμένη μ’ ένα βαρύ, άχαρο στυλ, που έκανε το έπιπλο να μοιάζει έτοιμο να πέσει πάνω του. Δύο παράθυρα, δεξιά κι αριστερά από το κρεβάτι του, έβλεπαν στο δρόμο από το ύψος του πρώτου ορόφου.
Μόλις έφυγε ο πανδοχέας, ο Ραντ άνοιξε την πόρτα και έβαλε τον Λόιαλ και τον Χούριν στο δωμάτιό του. «Αυτό το μέρος μου φέρνει ανατριχίλα», τους είπε. «Όλοι σε κοιτάνε σαν να νομίζουν ότι κάτι κάνεις. Θα γυρίσω στα Προπύλαια, έστω για μια ωρίτσα. Τουλάχιστον εκεί ο κόσμος γελά. Ποιος είναι πρόθυμος να πάρει την πρώτη σκοπιά για το Κέρας;»
«Θα μείνω», είπε βιαστικά ο Λόιαλ. «Θέλω λίγη ευκαιρία να διαβάσω. Το ότι δεν είδα Ογκιρανούς δεν σημαίνει ότι δεν ήρθαν λιθοξόοι από το Στέντιγκ Τσόφου. Δεν είναι μακριά από την πόλη».
«Νόμιζα ότι θα ήθελες να τους συναντήσεις».
«Α... όχι, Ραντ. Την άλλη φορά έκαναν πολλές ερωτήσεις για το λόγο που ήμουν έξω μόνος μου. Αν έμαθαν τα νέα από το Στέντιγκ Σανγκτάι... Ε, λέω να ξεκουραστώ και να διαβάσω εδώ».
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Συχνά ξεχνούσε ότι ο Λόιαλ ουσιαστικά το είχε σκάσει από το σπίτι του για να δει τον κόσμο. «Εσύ τι λες, Χούριν; Στα Προπύλαια έχει μουσική κι ανθρώπους που γελούν. Πάω στοίχημα ότι εκεί κανένας δεν παίζει Ντάες Νταε’μαρ».
«Εγώ προσωπικά δεν Θα ήμουν τόσο σίγουρος γι’ αυτό, Άρχοντα Ραντ. Όπως και να ’ναι, σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση, αλλά δεν νομίζω. Γίνονται τόσοι καυγάδες —και σκοτωμοί— στα Προπύλαια, είναι χάλια κατάσταση, αν μ’ εννοείς. Όχι ότι θα ενοχλούσαν έναν άρχοντα, φυσικά· τότε οι στρατιώτες θα τους έδειχναν. Αλλά, αν έχεις την καλοσύνη, Θα πιω κάτι στην κοινή αίθουσα».
«Χούριν, δεν χρειάζεσαι την άδειά μου για τίποτα. Το ξέρεις».
«Ό,τι πεις, Άρχοντά μου». Ο μυριστής έκανε μια κίνηση, σαν να ήθελε να υποκλιθεί.
Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα. Αν δεν έφευγαν σύντομα από την Καιρχίν, ο Χούριν θα κατάληγε να υποκλίνεται και να σκύβει το κεφάλι. Κι αν το έβλεπαν ο Ματ και ο Πέριν, ποιος τους άκουγε. «Ελπίζω ο Ίνγκταρ να μην βρει εμπόδιο στο δρόμο του. Αν δεν έρθει γρήγορα, Θα πρέπει να επιστρέψουμε μόνοι μας το Κέρας στο Φαλ Ντάρα». Άγγιξε το πανωφόρι του, πάνω από το σημείωμα της Σελήνης. «Θα είναι ανάγκη. Λόιαλ, θα ξανάρθω για να δεις λίγο την πόλη».
«Προτιμώ να μην το ρισκάρω», είπε ο Λόιαλ.
Ο Χούριν συνόδευσε τον Ραντ κατεβαίνοντας. Μόλις έφτασαν στην κοινή αίθουσα, ο Κουάλε βρέθηκε μπροστά στον Ραντ, υποκλίθηκε και του έδωσε ένα δίσκο. Εκεί υπήρχαν τρεις διπλωμένες και σφραγισμένες περγαμηνές. Ο Ραντ τις πήρε, αφού αυτό φαινόταν να Θέλει ο πανδοχέας. Ήταν περγαμηνές άριστης ποιότητας, μαλακές και απαλές. Ακριβές.
«Τι είναι αυτά;» ρώτησε.
Ο Κουάλε υποκλίθηκε πάλι. «Προσκλήσεις, φυσικά, Άρχοντά μου. Από τρεις αριστοκρατικούς Οίκους». Έφυγε μ’ άλλη μια υπόκλιση.