Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Ο Άρχοντας του Χάους
Ο Άρχοντας του Χάους - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Ο Άρχοντας του Χάους

Электронная книга - «Ο Άρχοντας του Χάους». Краткое содержание книги:

Το Έκτο Βιβλίο του Τροχού του Χρόνου
Ας ξανακαλπάσει ο Δράκοντας στους ανέμους του χρόνου...
Ο Τροχός γυρνά κι οι άνεμοι του πεπρωμένου σαρώνουν τη γη. Ο Ραντ αλ’Θόρ, ο Αναγεννημένος Δράκοντας, παλεύει απεγνωσμένα για να ενώσει τα έθνη υπό την αρχηγία του πριν από την Τελευταία Μάχη, ενώ ο Σκοτεινός είναι έτοιμος να δραπετεύσει από την αιώνια φυλακή του κι οι αθάνατοι Αποδιωγμένοι στήνουν δόκανα στην ανυποψίαστη ανθρωπότητα.
Στον Λευκό Πύργο της Ταρ Βάλον, υπό τη δεσποτική Άμερλιν Ελάιντα, αποφασίζουν πως πρέπει να κάνουν τον Ραντ μαριονέτα τους. Στο Σαλιντάρ η Εγκουέν αλ’Βέρ ανακαλύπτει πως κι οι εξόριστες Άες Σεντάι έχουν τα δικά τους σχέδια γι’ αυτόν.
Η αφύσικη ξηρασία και το καλοκαίρι συνεχίζονται ακόμα και τους μήνες του χειμώνα, κι η Νυνάβε αλ’Μεάρα μαζί με την Ηλαίην, την Κόρη-Διάδοχο του Άντορ, αγωνίζονται να βρουν το μυθικό τερ’ανγκριάλ που μπορεί να ελέγξει τον καιρό, ενώ η Βασίλισσα Μοργκέις είναι ουσιαστικά αιχμάλωτη των Τέκνων του Φωτός που απλώνουν την εξουσία και την επιρροή τους.
Κι από την άλλη άκρη του κόσμου, ο Πέριν Αϋμπάρα νιώθει ως τα’βίρεν το κάλεσμα του Ραντ και σπεύδει μαζί με τους τοξότες των Δύο Ποταμών, που εξορμούν σε πόλεμο για πρώτη φορά ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια.
1 ... 184 185 186 187 188 189 190 191 192 ... 556
Перейти на страницу:

«Φοβάμαι πως δεν—»

«Σκέψου το, παιδί μου. Θα μπορούσε να είναι η σημαντικότερη απόφαση που θα πάρεις ποτέ. Σκέψου το καλά». Το προσωπείο της φιλικότητας εξαφανίστηκε κι η Τάρνα βγήκε με αγέρωχο βήμα από το δωμάτιο.

Τα γόνατα της Νυνάβε λύγισαν και την έριξαν στο κρεβάτι. Η γυναίκα αυτή είχε ξυπνήσει τόσο μεγάλο πλήθος συναισθημάτων μέσα της, που η Νυνάβε δεν μπορούσε να τα ξεδιαλύνει. Η ανησυχία κι ο θυμός κονταροχτυπιούνταν με την αγαλλίαση. Ευχήθηκε οι Κόκκινες να είχαν τρόπο να επικοινωνήσουν με τις Άες Σεντάι του Πύργου που αναζητούσαν τον Ραντ. Μακάρι να ήταν μια μύγα στον τοίχο, όταν εκείνες θα προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν την εκτίμηση του Ραντ που τους είχε προσφέρει. Η Τάρνα είχε δοκιμάσει να τη δωροδοκήσει. Είχε δοκιμάσει να την εκφοβίσει. Σ’ αυτό τα είχε καταφέρει αρκετά καλά. Η Κόκκινη αδελφή ήταν τόσο σίγουρη ότι οι Άες Σεντάι εδώ θα γονάτιζαν μπροστά στην Ελάιντα· ήταν προδιαγεγραμμένη απόφαση κι υπήρχε αμφιβολία μόνο για το χρόνο. Μήπως, επίσης, είχε αφήσει κάποιον υπαινιγμό για τον Λογκαίν; Η Νυνάβε υποψιαζόταν ότι η Τάρνα ήξερε περισσότερα για το Σαλιντάρ απ’ ό,τι υποψιάζονταν η Αίθουσα κι η Σέριαμ. Ίσως η Ελάιντα να είχε όντως υποστηρικτές εδώ.

Η Νυνάβε περίμενε με κάθε στιγμή να επιστρέψει η Ηλαίην, κι όταν είχε περάσει μισή ώρα χωρίς να έρθει, βγήκε να την κυνηγήσει, πρώτα τριγυρνώντας στους χωματόδρομους κι ύστερα σιγοτρέχοντας, άλλοτε ανεβαίνοντας στους ρυμούς ενός κάρου κι άλλοτε σκαρφαλώνοντας σε ένα αναποδογυρισμένο βαρέλι ή σε καμιά πέτρινη βεράντα για να κοιτάξει πάνω από τα κεφάλια του πλήθους. Ο ήλιος κόντευε να αγγίξει τις κορυφές των δένδρων, όταν η Νυνάβε επέστρεψε στο δωμάτιο μονολογώντας μουρμουριστά. Και βρήκε την Ηλαίην, που ήταν φανερό ότι μόλις είχε φτάσει.

«Πού ήσουν; Νόμιζα ότι η Τάρνα σε κρατούσε κάπου δεμένη!»

«Πήρα κάτι από τη Σιουάν». Η Ηλαίην άνοιξε το χέρι. Στην παλάμη είχε δύο συστρεμμένα πέτρινα δαχτυλίδια.

«Είναι αληθινό κάποιο από τα δύο; Είναι καλή ιδέα που τα πήρες, αλλά έπρεπε να προσπαθήσεις να βρεις το αληθινό».

«Δεν άλλαξα καθόλου γνώμη, Νυνάβε. Ακόμα νομίζω ότι πρέπει να μείνουμε».

«Η Τάρνα—»

«Επιβεβαίωσε τη γνώμη μου. Αν φύγουμε, η Σέριαμ κι η Αίθουσα σίγουρα θα διαλέξουν τον Πύργο ενωμένο κι όχι τον Ραντ. Το ξέρω». Ακούμπησε τους ώμους της Νυνάβε, κι η Νυνάβε την άφησε να την καθίσει στο κρεβάτι. Η Ηλαίην κάθισε στο άλλο κρεβάτι απέναντί της κι έγειρε μπροστά με ένταση. «Θυμάσαι τι μου είπες, πώς χρησιμοποιούμε την ανάγκη για να βρούμε κάτι στον Τελ’αράν’ριοντ, Να τι χρειαζόμαστε, έναν τρόπο να πείσουμε την Αίθουσα να μην πάει με το μέρος της Ελάιντα».

«Πώς; Τι; Αν δεν αρκεί ο Λογκαίν...»

«Θα το καταλάβουμε όταν το βρούμε», είπε σταθερά η Ηλαίην.

Η Νυνάβε έπαιξε αφηρημένη με την πλεξούδα της που ήταν χοντρή σαν τον καρπό της. «Θα συμφωνήσεις να πάμε αν δεν βρούμε τίποτα; Δεν μου αρέσει η σκέψη ότι θα καθόμαστε εδώ μέχρι να αποφασίσουν να μας θέσουν υπό φρούρηση».

«Θα συμφωνήσω να πάμε, υπό τον όρο ότι κι εσύ θα συμφωνήσεις να μείνουμε αν βρούμε κάτι χρήσιμο. Νυνάβε, μπορεί να θέλω να τον δω, αλλά εδώ μπορούμε να κάνουμε περισσότερο καλό».

Η Νυνάβε δίστασε πριν μουρμουρίσει τελικά, «Σύμφωνες». Της φαινόταν ασφαλές. Δεν είχαν ιδέα τι έψαχναν, κι έτσι δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έβρισκαν οτιδήποτε.

Αν η μέρα νωρίτερα έμοιαζε να περνά αργά, τώρα φαινόταν να σέρνεται. Μπήκαν στην ουρά σε ένα από τα μαγειρεία για να πάρουν φέτες χοιρομέρι, γογγύλια και μπιζέλια. Ο ήλιος έμοιαζε να αναπαύεται για ώρες πάνω από τις κορυφές των δένδρων. Οι περισσότεροι στο Σαλιντάρ έπεφταν για ύπνο κρίνοντας από τον ήλιο, όμως μερικά φώτα εμφανίστηκαν στα παράθυρα, ειδικά στα μεγάλα κτήρια. Απόψε η Αίθουσα δεξιωνόταν την Τάρνα. Από το πρώην πανδοχείο ακούγονταν πού και πού μελωδίες από άρπα· οι Άες Σεντάι είχαν βρει μεταξύ των στρατιωτών κάποιον που σκάμπαζε από άρπα, τον είχαν βάλει να ξυριστεί και του είχαν φορέσει κάτι σαν λιβρέα. Οι άνθρωποι που προσπερνούσαν το πανδοχείο έριχναν γοργές ματιές και μετά συνέχιζαν βιαστικά ή το αγνοούσαν τόσο απόλυτα, που έμοιαζαν να τρέμουν από την προσπάθεια. Γι’ άλλη μια φορά, ο Γκάρεθ Μπράυν ήταν η εξαίρεση. Έτρωγε το φαγητό του καθισμένος σε ένα ξύλινο κουτί στη μέση του δρόμου· όποια μέλη της Αίθουσας κοίταζαν από τα παράθυρα, σίγουρα θα τον έβλεπαν. Αργά, μα τόσο αργά, ο ήλιος έγειρε πίσω από τα δένδρα. Το σκοτάδι έπεσε απότομα, ουσιαστικά δίχως σούρουπο, κι οι δρόμοι άδειασαν. Ο αρπιστής ξανάπιασε το σκοπό του. Ο Γκάρεθ Μπράυν ακόμα καθόταν στο κουτί του, στην άκρη μιας λιμνούλας φωτός από το επίσημο δείπνο της Αίθουσας. Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι· δεν ήξερε αν ο άνθρωπος ήταν αξιοθαύμαστος ή βλάκας. Υποψιαζόταν ότι ήταν λίγο κι από τα δύο.

1 ... 184 185 186 187 188 189 190 191 192 ... 556
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)