Η Άνοδος της Σκιάς
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #4
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Η Άνοδος της Σκιάς». Краткое содержание книги:
Η περιπέτεια συνεχίζεται: ο Πέριν, ο λιγομίλητος; σιδεράς, επιστρέφει στο Πεδίο του Έμοντ και γίνεται ο Άρχοντας τον Λύκων, ο Πέριν ο Χρυσομάτης. Ο Ραντ, έχοντας υποτάξει το Δάκρυ, εκπληρώνοντας άλλο ένα μέρος της Προφητείας του Δράκοντα, ξεκινά για την Ερημιά του Άελ, για να στρατολογήσει στον αγώνα του τους Αελίτες, εκείνους τους απείθαρχους και ανίκητους πολεμιστές. Όσο για τις μάγισσες Άες Σεντάι στο Λευκό Πύργο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος εκεί δεν μοιάζει να προέρχεται από τις δυνάμεις του Κακού, αλλά από τη δίψα για εξουσία και τις μηχανορραφίες τους.
Η περιπέτεια συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται όσο γυρνά ο Τροχός του Χρόνου.
Ήταν κι ο Ματ εκεί, σωριασμένος στη σέλα του, με παραιτημένο ύφος, προσπαθώντας να κρατήσει απόσταση από τον Πρόμαχο και την Άες Σεντάι. Είχε διαλέξει ένα κάθε άλλο παρά εντυπωσιακό καφέ μουνούχι, το οποίο ονόμαζε Πιπς· έπρεπε κάποιος να έχει έμπειρο βλέμμα για να προσέξει το πλατύ στήθος και τα γερά ακρώμια του αλόγου, που υπόσχονταν ότι ο Πιπς με τη χοντρή μουσούδα μπορούσε να παραβγεί σε ταχύτητα και αντοχή τους επιβήτορες του Ραντ και του Λαν. Η απόφαση του Ματ να έρθει ήταν έκπληξη· ο Ραντ ακόμα δεν ήξερε το λόγο. Φιλία, ίσως, αλλά ίσως και όχι. Ο Ματ ήταν παράξενος σ' αυτά που έκανε και στους λόγους για τους οποίους τα έκανε.
«Δεν σου εξήγησε η φίλη σου, η Αβιέντα, για το “πέμπτο”;» τη ρώτησε.
«Κάτι ανέφερε, αλλά... Ραντ, δεν φαντάζεσαι ότι κι αυτή... πήζε... πράγματα;»
Πίσω από τη Μουαραίν και τον Λαν, πίσω από τον Ματ, πίσω από τον Ρούαρκ, που ήταν επικεφαλής τους, οι Αελίτες βάδιζαν σε ευθείες γραμμές, δεξιά κι αριστερά από φορτωμένα μουλάρια σε ζυγούς των τεσσάρων, που εκτείνονταν ως πίσω. Όταν οι Αελίτες καταλάμβαναν φρούριο εχθρικής φυλής στην Ερημιά, το έθιμο ήταν —ή ίσως ο νόμος· ο Ραντ δεν το είχε καταλάβει καλά― να παίρνουν το ένα πέμπτο απ' όσα περιείχε, με εξαίρεση μόνο το φαγητό. Δεν είχαν δει κάποιον λόγο να μην κάνουν το ίδιο στην Πέτρα. Όχι ότι τα μουλάρια κουβαλούσαν κάτι παραπάνω από ένα ελάχιστο ποσοστό του ενός πέμπτου των θησαυρών της Πέτρας. Ο Ρούαρκ είχε πει ότι περισσότερους άντρες σκοτώνει η απληστία, παρά το ατσάλι. Τα καλαμένια κοφίνια, με χαλιά και υφαντά για καλύμματα, ήταν ελαφρώς φορτωμένα. Μπροστά τους είχαν να περάσουν τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου με τις δυσκολίες της κι έπειτα ένα ακόμα σκληρότερο ταξίδι στην Ερημιά.
Πότε να τους το πω; αναρωτήθηκε ο Ραντ. Σύντομα· πρέπει να γίνει σύντομα. Η Μουαραίν σίγουρα θα το θεωρούσε τολμηρό, ένα θαρραλέο χτύπημα· μπορεί και να επικροτούσε. Ίσως. Νόμιζε ότι τώρα ήξερε όλο το σχέδιό του και δεν έκρυβε τη διαφωνία της. Οι Αελίτες, όμως... Αν αρνηθούν; Ε, αν αρνηθούν, αρνήθηκαν. Πρέπει να το κάνω. Όσο για το ένα πέμπτο... Δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να τους εμποδίσει να το πάρουν, ακόμα κι αν ήθελε, και δεν το ήθελε· είχαν κερδίσει αυτή την ανταμοιβή και δεν είχε διάθεση να βοηθήσει τους Δακρινούς άρχοντες να κρατήσουν αυτά που έκλεβαν επί γενιές από το λαό τους.
«Την είδα να δείχνει στον Ρούαρκ μια ασημένια γαβάθα», είπε δυνατά στην Εγκουέν. «Έτσι που κουδούνισε ο σάκος της όταν έχωσε μέσα τη γαβάθα, είχε κι άλλα ασημικά. Ή χρυσά. Το κατακρίνεις;»
«Όχι». Έβγαλε αργά τη λέξη, με μια δόση αμφιβολίας, όμως η φωνή της μετά έγινε πιο σταθερή. «Απλώς δεν είχα σκεφτεί ότι η Αβιέντα θα ήταν... Οι Δακρινοί δεν θα σταματούσαν στο ένα πέμπτο, αν ήταν αλλιώς τα πράγματα. Θα άφηναν πίσω μόνο τους τοίχους και θα έκλεβαν όλα τα κάρα για να μεταφέρουν αυτά που πήραν. Μπορεί οι τρόποι ενός λαού να είναι διαφορετικοί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λάθος, Ραντ. Εσύ το ξέρεις καλά».
Αυτός γέλασε μαλακά. Ήταν σχεδόν σαν τον παλιό καιρό, που αυτός ήταν έτοιμος να της εξηγήσει πού και γιατί έκανε λάθος κι αυτή του άρπαζε τα επιχειρήματα και του επέστρεφε την εξήγηση που είχε σιωπηλή μέσα του. Ο επιβήτοράς του χοροπήδησε δυο-τρεις φορές, νιώθοντας τη διάθεση του. Χάιδεψε τον ψηλό λαιμό του αλόγου του, Ήταν μια ωραία μέρα.
«Ωραίο άλογο», του είπε αυτή. «Πώς το ονόμασες;»
«Τζήντ'εν», είπε αυτός επιφυλακτικά, ενώ το κέφι του ξεφούσκωνε λιγάκι. Ένιωθε κάποια ντροπή για το όνομα, για τους λόγους που το είχε διαλέξει. Ένα από τα αγαπημένα του βιβλία ήταν πάντα Τα Ταξίδια τον Τζάιν του Πεζοπόρου κι εκείνος ο λαμπρός ταξιδευτής είχε ονομάσει το άλογό του Τζήντ'εν —Αυτός που Βρίσκει στ' Αλήθεια, στην Παλιά Γλώσσα― επειδή πάντα έβρισκε το δρόμο για την πατρίδα. Θα ήταν ωραίο αν πίστευε ότι ο Τζήντ'εν θα τον γύριζε σπίτι μια μέρα. Ωραίο, αλλά απίθανο και δεν ήθελε κανείς να καταλάβει την προέλευση του ονόματος. Οι αγορίστικες φαντασιώσεις δεν είχαν θέση πια στη ζωή του. Πολλά δεν είχαν θέση, εκτός από αυτό που είχε να κάνει.
«Ωραίο όνομα», είπε αυτή αφηρημένα. Ο Ραντ ήξερε ότι η Εγκουέν είχε διαβάσει το βιβλίο, σχεδόν περίμενε ότι θα αναγνώριζε το όνομα, όμως εκείνη έμοιαζε να κλωθογυρίζει κάτι άλλο στο μυαλό της, μασώντας σκεφτικά το κάτω χείλος της.