Το Μονοπάτι των Αιχμών
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #8
- Язык: греческий
- Переводчик: Κώστας Γερογιάννης
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Το Μονοπάτι των Αιχμών». Краткое содержание книги:
Το αριστοτεχνικό έπος φαντασίας του Ρόμπερτ Τζόρνταν, Ο Τροχός του Χρόνου, συνεχίζεται...
Οι ορδές των εισβολέων Σωντσάν έχουν καταλάβει το Έμπου Νταρ. Μ Νυνάβε, η Αβιέντα κι η Ηλαίην κατευθύνονται στο Κάεμλυν, με σκοπό να αναλάβει η τελευταία τον θρόνο που της ανήκει δικαιωματικά, αλλά στην πορεία ανακαλύπτουν έναν εχθρό πολύ χειρότερο από τους Σωντσάν.
Στο Ίλιαν, ο Ραντ ορκίζεται να απωθήσει τους Σωντσάν, όπως είχε κάνει και στο παρελθόν, παρ’ όλο που σημάδια παράνοιας εμφανίζονται στις τάξεις των Άσα’μαν.
Στο μεταξύ, οι επαναστημένες Άες Σεντάι με επικεφαλής τη νεαρή Άμερλιν Εγκουέν Αλ’Βέρ έρχονται αντιμέτωπες με έναν στρατό που απειλεί να τις κρατήσει μακριά από τον Λευκό Πύργο. Η Εγκουέν, όμως, είναι αποφασισμένη να εκθρονίσει τη σφετερίστρια Ελάιντα και να ενώσει ξανά τις Άες Σεντάι. Ωστόσο, δεν αντιλαμβάνεται ακόμα το τίμημα που οι άλλοι —αλλά και η ίδια— θα πληρώσουν.
Πάντως, δεν υπήρχε χρόνος για ραχάτι και τσάι. Η Εγκουέν ίσιωσε το επώμιο της και πήρε θέση πίσω από το τραπέζι, τινάζοντας αφηρημένα το πόδι της καρέκλας της για να μη διπλωθεί από κάτω —όπως συνέβαινε τόσο συχνά— ενώ η Σιουάν σκαρφάλωσε πάνω σε ένα ετοιμόρροπο σκαμνί από την απέναντι μεριά του τραπεζιού, και το τσάι κρύωσε. Δεν μίλησαν ούτε για σχέδια, ούτε για τον Γκάρεθ Μπράυν, ούτε για ελπίδες· ό,τι μπορούσε να γίνει για την ώρα, είχε γίνει. Όσο βρίσκονταν εν κινήσει, οι αναφορές και τα προβλήματα συσσωρεύονταν κι η ταλαιπωρία υπερίσχυε των προσπαθειών τους να τα λύσουν, ενώ τώρα που ξαπόσταιναν, έπρεπε να τα αντιμετωπίσουν ένα προς ένα. Μια στρατιά μπροστά τους δεν άλλαζε τίποτα.
Υπήρχαν φορές που η Εγκουέν αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει τόσο χαρτί όταν οτιδήποτε άλλο δεν βρισκόταν σε αφθονία. Οι αναφορές που έπαιρνε από τη Σιουάν περιείχαν κατά κύριο λόγο ελλείψεις. Όχι μονάχα αυτές που ανέφερε η Σέριαμ, αλλά και κάρβουνο, καρφιά και σίδηρο για τους πεταλωτές και τους αμαξουργούς, δέρματα και κλωστές για τους κατασκευαστές χάμουρων, λάδι για τους φανούς και τα κεριά και δεκάδες ακόμα αγαθά, ακόμα και σαπούνι. Αλλά κι όσα αγαθά δεν παρουσίαζαν ελλείψεις, όπως τα παπούτσια κι οι σκηνές, άρχισαν να φθείρονται, κι όλα ήταν καταγραμμένα από το ατρόμητο χέρι της Σιουάν, το οποίο γινόταν πιο επιθετικό όσο πιο χτυπητή ήταν η έλλειψη. Ο χρηματικός απολογισμός της έμοιαζε σκισμένος σε μια μεριά, μάλλον από μανιασμένη οργή. Επιπλέον, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό.
Ανάμεσα στα χαρτιά της Σιουάν υπήρχαν κάμποσες προσαγορεύσεις από Καθήμενες, που πρότειναν τρόπους για να λυθεί το χρηματικό πρόβλημα. Κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευτεί κι ως πληροφορία προς την Εγκουέν για το τι σκόπευαν να θέσουν ως ζήτημα ενώπιον της Αίθουσας. Πάντως, σε όλα αυτά τα προγράμματα υπήρχαν λίγα πλεονεκτήματα και πολλές παγίδες. Η Μόρια Καρεντάνις πρότεινε να σταματήσουν να πληρώνουν τους στρατιώτες, μία πρόταση που η Εγκουέν πίστευε ότι η Αίθουσα είχε ήδη απορρίψει, γιατί συνειδητοποιούσε πως αυτό το μέτρο θα έκανε το στράτευμα να λιώσει σαν δροσοσταλίδα κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο. Η Μάλιντ Νάτσενιν παρουσίασε μια έφεση προς τους κοντινούς ευγενείς που έμοιαζε πιότερο με απαίτηση και θα μπορούσε κάλλιστα να στρέψει ολόκληρη την επαρχία εναντίον τους, κάτι που θα γινόταν σίγουρα με την πρόθεση της Σαλίτα Τορέηνς να επιβάλει φορολογία στις πόλεις και τα χωριά που περνούσαν.
Τσαλακώνοντας τις τρεις προσαγορεύσεις στη χούφτα της, η Εγκουέν τις κούνησε προς το μέρος της Σιουάν. Ευχήθηκε να ήταν οι λαιμοί τριών Καθήμενων. «Μήπως όλοι πιστεύουν πως τα πράγματα πρέπει να εξελιχθούν σύμφωνα με τη δική τους θέληση κι αγνοούν την πραγματικότητα; Μα το Φως, αυτοί είναι που συμπεριφέρονται σαν παιδιά!»
«Πολύ συχνά ο Πύργος καταφέρνει να πραγματοποιεί τις επιθυμίες του», είπε η Σιουάν αυτάρεσκα. «Θυμήσου πως κάποιοι λένε πως κι εσύ αγνοείς την πραγματικότητα».
Η Εγκουέν ρουθούνισε. Το ευτύχημα ήταν πως, ό,τι κι αν ψήφιζε η Αίθουσα, καμιά πρόταση δεν υλοποιούνταν δίχως τη δική της έγκριση. Παρά τη δυσχερή θέση στην οποία βρισκόταν, εξακολουθούσε να έχει ακόμα κάποια ισχύ. Λίγη βέβαια, αλλά καλύτερη από το τίποτα. «Έτσι χάλια είναι πάντα η Αίθουσα, Σιουάν;»
Η Σιουάν ένευσε και μετακινήθηκε ελαφρά, προσπαθώντας να βρει καλύτερη ισορροπία. Τα πόδια του σκαμνιού της δεν είχαν το ίδιο μήκος. «Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα. Θύμισε μου να σου πω για το Έτος των Τεσσάρων Άμερλιν, εκατόν πενήντα χρόνια περίπου από την ίδρυση της Ταρ Βάλον. Τις μέρες εκείνες, η φυσιολογική λειτουργία του Πύργου ήταν αντίστοιχη σχεδόν με αυτό που συμβαίνει σήμερα. Ο καθένας προσπαθούσε να πάρει το τιμόνι στα χέρια του, αν φυσικά είχε τη δυνατότητα. Στην πραγματικότητα, υπήρχαν δύο αντίπαλες Αίθουσες του Πύργου στην Ταρ Βάλον, κατά το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της χρονιάς. Περίπου όπως συμβαίνει και τώρα. Στο τέλος, κανείς δεν έμεινε ικανοποιημένος, συμπεριλαμβανομένων κι όσων πίστευαν ότι θα έσωζαν τον Πύργο. Μερικοί από δαύτους ίσως και να τα κατάφερναν, αν δεν έπεφταν στην παγίδα. Τέλος πάντων, ο Πύργος επέζησε, όπως πάντα».