Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Κατά θαυμαστόν τρόπον συμβαίνει ώστε ο άνθρωπος, αναγινώσκων εις την αποκάλυψιν τα περί της πτώσεως του Αδάμ, να αισθάνηται αίφνης ότι φέρει εν εαυτώ την αμαρτίαν ταύτην. Ο μοναχισμός αρχίζει δια μικρών πραγμάτων, αλλά το τέλος αυτού φθάνει ακριβώς εκείνο το πλήρωμα, κατά το οποίον ο άνθρωπος προσεύχεται δι’ όλον τον Αδάμ ως περί αυτού του ιδίου. }102}
Δια την εποχήν ημών τα μοναστήρια κλασικού τύπου δεν ανταποκρίνονται πλήρως εις τας απαιτήσεις του χριστιανικού πνεύματος, διότι ο μοναχισμός είναι πρωτίστως πνευματική ζωή εκείνης της τάξεως την οποίαν έδωκεν εις ημάς ο Κύριος και εις την οποίαν προ ολίγου ανεφέρθην.
Πολλοί λέγουν: «Καλώς, αλλ’ εάν όλοι γίνουν μοναχοί, τότε ο κόσμος θα εκλείψη …». Ουχί, δεν θα εκλείψη, αλλά θα έλθη η γενική ανάστασις, και η ιστορία του κόσμου θα λάβη πέρας ουχί δια καταστροφής, αλλά δια χαρμοσύνου θριάμβου και ανωδύνου διαβάσεως εις την αθάνατον ζωήν. }103}
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
ΙV. Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
Α’ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο βωμός ούτος (τω αγνώστω θεώ) ανηγέρθη υπό των καλυτέρων εκπροσώπων της ανθρωπίνης σκέψεως, υπό σοφών οι οποίοι έφθασαν τα ύψιστα όρια της γνώσεως. Τα όρια ταύτα παραμένουν απαραβίαστα έως των ημερών ημών δια της φυσικήν νόησιν του ανθρώπου, διότι δεν είναι δυνατόν να φθάση τις εις την γνώσιν του Θεού μέσω της ορθολογιστικής σκέψεως.
Πάντως αι ανθρώπιναι έννοιαι δεν οδηγούν εις την αληθινήν γνώσιν του Θείου Μυστηρίου.
Το Πνεύμα του Θεού παρακολουθεί τον άνθρωπον ταπεινώς και υπομονητικώς εις πάσας τας οδούς της ζωής αυτού, δια να γνωρισθή εις αυτόν, και ούτω να καταστήση αυτόν μέτοχον της Θείας Αυτού αιωνιότητος. Διο και εις }109} εκάστην εποχήν ο άνθρωπος ηδυνήθη να φθάση εν τινι μέτρω εις την γνώσιν του αληθινού Θεού. }110}
Αξιοπαρατήρητος ωσαύτως είναι η εμφάνισις του Θεού εις τον Αβραάμ υπό την μορφήν τριών ανθρώπων, εις τους οποίους ούτος απευθύνεται ως προς έν Όν:
Η Παλαιά Διαθήκη ως παρατηρούμεν εις τους Ψαλμούς και τους Προφήτας, εγνώριζε τον Θείον Λόγον και το Πνεύμα του Θεού: … Ενταύθα όμως δεν ευρίσκομεν την γνώσιν του Θείου Λόγου και του Θείου Πνεύματος ως Υποστάσεων. Ταύτα ενθεωρούνται ως Ενέργειαι. Ο κόσμος της Παλαιάς Διαθήκης ήτο στενώς εγκεκλεισμένος εντός των ορίων του ενός Θεού, νοουμένου υπό την έννοιαν ουχί του χριστιανικού μονοθεϊσμού, αλλά του εξωχριστιανικού ενοθεϊσμού, δηλαδή του Θεού εν μιά Υποστάσει. Θα ήτο δυνατόν να διερωτηθώμεν εάν η έλξις την οποίαν ήσκει επί των Ιουδαίων της Παλαιάς Διαθήκης ο ειδωλολατρικός πολυθεϊσμός δεν θα εξηγείτο δια της συνειδήσεως }111} της στενότητος του ενοθεϊσμού την οποίαν είχον. Αλλ’ η οδός αύτη ήτο εις αυτούς απηγορευμένη υπό του Νόμου και των Προφητών. Ο Μωϋσής εις τον οποίον ο Θεός απεκαλύφθη ως Υπόστασις, «Εγώ ειμι ο Ών», είχεν ο ίδιος συνείδησιν του ατελούς χαρακτήρος της αποκαλύψεως, την οποίαν έλαβε. Διό διεκήρυξεν ότι ο Θεός θα ήγειρε Προφήτην εκ του λαού και ότι Αυτόν θα έπρεπε να ακούουν εις παν ό,τι θα έλεγε. Ούτως οι Ιουδαίοι ανέμενον τον Μεσσίαν-Εμμανουήλ, τον υπεσχημένον και μέλλοντα να αποκαλύψη εις αυτούς πάσαν την περί Θεού αλήθειαν.
… όταν ο άνθρωπος επιδιώκη να φθάση δια της ιδίας αυτού διανοίας εις την γνώσιν της αιωνίου Αληθείας, καταλήγει σχεδόν μοιραίως εις την έννοιαν ενός «μεταφυσικού» Απολύτου, έννοιαν συμφώνως προς την οποίαν η αρχή της Υποστάσεως είναι περιοριστική, είναι φανέρωσις του κεκρυμμένου Θεού, του «Deus absconditus». Η τάσις αύτη προέρχεται νομίζομεν εκ του ότι η ορθολογιστική νόησις είναι απρόσωπος εν τη ιδία αυτής πράξει. Εγκαταλελειμμένη εις εαυτήν και ενεργούσα συμφώνως προς τους ιδίους αυτής νόμους, προσπαθεί να «υπερκεράση» την αρχήν του προσώπου εν τω Όντι, και επί του Θείου επιπέδου και επί του ανθρωπίνου ενώ δια την χριστιανόν η Υπόστασις εν τω }112} Θείω Όντι δεν είναι αρχή περιοριστική αλλά το Αυτό-Όν, Αυτό τούτο το Απόλυτον.
Όταν εξ άλλου δια μιάς βαθείας πνευματικής εμπειρίας, πρυτανεύη εις τον άνθρωπον η συνείδησις ότι η αρχή του προσώπου νομοθετεί όλην την διανοητικήν ύπαρξιν αυτού, τότε αναγνωρίζει ούτος ότι το μεμονωμένως ληφθέν πρόσωπον δεν δύναται να αρκέση εις εαυτό και θα στραφή προς ένα πλουραλισμόν επί του ανθρωπίνου επιπέδου, όστις καταλήγει φυσικώς να αντανακλάται επί του Θείου επιπέδου υπό την «πολυθεϊστικήν» μορφήν. Υπό την σχέσιν ταύτην είναι σημαντικόν ότι ο «μεταφυσικός» μονισμός αφ’ ενός και ο «ειδωλολατρικός» πλουραλισμός αφ’ ετέρου δεν έχουν απομακρυνθή υπό του ανθρώπου μέχρι των ημερών ημών.