Η Καρδιά του Χειμώνα
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #9
- Язык: греческий
- Переводчик: Κώστας Γερογιάννης
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Η Καρδιά του Χειμώνα». Краткое содержание книги:
Η σειρά βιβλίων του Ρόμπερτ Τζόρνταν «Ο Τροχός του Χρόνου» είχε παγκόσμια απήχηση και κατάφερε να γίνει μια από τις δημοφιλέστερες σειρές φανταστικής λογοτεχνίας όλων των εποχών. Τώρα, ο Τροχός του Χρόνου γυρίζει ξανά κι η εκπληκτική ιστορία, που γοήτευσε μια ολόκληρη γενιά αναγνωστών, συνεχίζεται.
Ο Ραντ βρίσκεται μαζί με τη Μιν, αλλά ο προορισμός του παραμένει άγνωστος για την Κάντσουεϊν.
Ο Μάζριμ Τάιμ, ηγέτης του Μαύρου Πύργου, αποκαλύπτεται ότι έλεγε ψέματα, αλλά οι στόχοι του παραμένουν μυστηριώδεις.
Ο Πέριν αναζητεί απεγνωσμένα τη Φάιλε, η οποία πλέον κρατείται ως αιχμάλωτη στη σέπτα της Σεβάνα. Μαζί με τον Ιλάυας Ματσίρα, την Μπερελαίν, τον Προφήτη κι ένα κράμα άνισων στρατιωτικών δυνάμεων, ο Πέριν διασχίζει μια χώρα που βρίθει ληστάρχων και περιπλανώμενων Σωντσάν... ενώ ο διαβόητος Φονιάς στοιχειώνει το Λυκίσιο Όνειρο και τον Τελ’αράν’ριοντ.
Στην Ταρ Βάλον, τα ραδιούργα μέλη του Λευκού Πύργου της Ελάιντα ταράζονται βαθιά, όταν η. Εγκουέν κι οι επαναστάτριες εμφανίζονται ξαφνικά προ των πυλών.
Στο Έμπου Νταρ, καταφθάνει η πριγκίπισσα των Σωντσάν, γνωστή κι ως Κόρη των Εννέα Φεγγαριών, και συστήνεται στον Ματ, που στο μεταξύ αναρρώνει στο Παλάτι Τάρασιν. Άραγε, θα βγει αληθινός ο προβλεπόμενος γάμος;
Η Καρδιά του Χειμώνα είναι ο θρίαμβος της επικής αφήγησης, μία έξοχη προσθήκη στο είδος αυτό της φανταστικής λογοτεχνίας, που έχει γίνει πια ορόσημο.
Οι πλατιές, αψιδωτές πύλες της πόλης είχαν φρουρούς, αν και μόνο οι Σωντσάν τους αναγνώριζαν ως τέτοιους. Οι σουλ’ντάμ, με τις γαλάζιες φορεσιές με τον κεραυνό στο πλαίσιο, πηγαινοέρχονταν μπρος-πίσω στην ακατάπαυτη ροή του πλήθους, με τις γκριζοντυμένες νταμέην δεμένες στα ασημένια α’ντάμ. Ένα και μόνο ζεύγος από δαύτες θα ήταν αρκετό να καταστείλει οποιαδήποτε είδους φασαρία πριν εξελιχθεί σε γενικευμένη επίθεση, ίσως ακόμα κι αυτή, αλλά δεν ήταν αυτός ο πραγματικός λόγος της παρουσίας τους. Τις πρώτες μέρες που ακολούθησαν την πτώση του Έμπου Νταρ, κι ενώ ο Ματ ήταν ακόμα κατάκοιτος, οι Σωντσάν αλώνιζαν την πόλη σε αναζήτηση των γυναικών που αποκαλούνταν μαράθ’νταμέην, και τώρα φρόντιζαν να μην εισέλθει καμιά τους. Καθεμία σουλ’ντάμ κουβαλούσε ένα επιπλέον λουρί τυλιγμένο στον ώμο της, σε περίπτωση ανάγκης. Ζευγάρια φρουρών περιπολούσαν και τις αποβάθρες, εξετάζοντας κάθε νεοεισερχόμενο πλοιάριο ή βάρκα.
Δίπλα στη φαρδιά, αψιδωτή είσοδο της πόλης, πάνω σε μια μακρόστενη πλατφόρμα, επιδεικνύονταν, σε πασσάλους που υψώνονταν είκοσι πόδια από το έδαφος, τα κατραμαψένα αλλά αναγνωρίσιμα ακόμα κεφάλια περισσότερων από δώδεκα αντρών και δύο γυναικών που είχαν παραβεί τη δικαιοσύνη των Σωντσάν. Από πάνω τους κρεμόταν το σύμβολο αυτής της δικαιοσύνης, ο πέλεκυς του δήμιου με τις επικλινείς άκρες και τη λαβή του τυλιγμένη σε ένα περίτεχνα δεμένο λευκό σχοινί. Σε μια πινακίδα κάτω από κάθε κεφάλι αναγραφόταν το ανάλογο έγκλημα που είχε διαπραχθεί, φόνος ή βιασμός, βίαιη ληστεία ή επίθεση εναντίον μέλους της Γενιάς. Τα μικρότερα αδικήματα τιμωρούνταν με πρόστιμα, μαστίγωμα ή με το να γίνει ο κατηγορούμενος ντα’κοβάλε. Οι Σωντσάν ήταν αμερόληπτοι σε τέτοια ζητήματα. Στην επίδειξη αυτή δεν υπήρχε το κεφάλι κανενός που να ανήκει στη Γενιά —ένας ή δύο που κρίθηκαν ένοχοι και θα εκτελούνταν, στάλθηκαν στους Σωντσάν, ή στραγγαλίστηκαν με το λευκό σχοινί— αλλά τρία από τα κεφάλια σχετίζονταν με τους Σωντσάν, κι η δικαιοσύνη τους έπεφτε πότε περισσότερο και πότε λιγότερο βαριά. Δύο πινακίδες με την ένδειξη ΣΤΑΣΙΑΣΤΕΣ κρέμονταν κάτω από τα κεφάλια της γυναίκας που υπήρξε Κυρά των Πλοίων των Άθα’αν Μιέρε και του άντρα που υπήρξε Κύριος των Λεπίδων.
Ο Ματ είχε περάσει αρκετές φορές την πύλη, κι έτσι ελάχιστα πρόσεξε την επίδειξη. Ο Όλβερ χοροπηδούσε τραγουδώντας ένα ρυθμικό τραγούδι. Ο Μπέσλαν με τον Θομ περπατούσαν δίπλα-δίπλα, και κάποια στιγμή ο Ματ έπιασε μια χαμηλόφωνη φράση, κάτι σαν «επικίνδυνη δουλειά», εκ μέρους του Θομ, αλλά δεν έδινε δεκάρα τι έλεγαν. Κατόπιν, μπήκαν στη μακρόστενη και σκοτεινή σήραγγα, από την οποία ο δρόμος προχωρούσε μέσα από τα τείχη, κι ο βρόντος από τις άμαξες που περνούσαν ήταν τέτοιος, που θα ήταν αδύνατον να ακούσει κάτι, ακόμα κι αν το ήθελε. Περπατώντας κατά μήκος της μίας μεριάς του δρόμου, κρατώντας κάποια απόσταση από τους τροχούς των αμαξών, ο Θομ κι ο Μπέσλαν βάδιζαν συζητώντας χαμηλόφωνα, ενώ ο Όλβερ τους ακολουθούσε κατά πόδας, αλλά όταν ο Ματ ξαναβγήκε στο φως της μέρας, έπεσε πάνω στην πλάτη του Θομ, πριν αντιληφθεί πως όλοι τους είχαν σταματήσει απότομα δίπλα στην είσοδο της σήραγγας. Πάνω που πήγε να κάνει ένα καυστικό σχόλιο, πρόσεξε ξαφνικά τι ήταν αυτό που κοιτούσαν. Οι πεζοί που έβγαιναν από τη σήραγγα, πίσω του, τους παραμέρισαν, αλλά ο Ματ συνέχισε να ατενίζει μπροστά.