Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Το Μεγάλο Κυνήγι
Το Μεγάλο Κυνήγι - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Το Μεγάλο Κυνήγι

Электронная книга - «Το Μεγάλο Κυνήγι». Краткое содержание книги:

Αιώνες πολλούς οι πλανόδιοι τροβαδούροι έλεγαν ιστορίες για το χαμένο Κέρας του Βαλίρ’ το θρυλικό Κέρας, που θα φέρει πίσω τους νεκρούς ήρωες των Εποχών. Το Κέρας έχει ανακαλυφθεί — μόνο και μόνο για να το ξανακλέψουν, μαζί με το εγχειρίδιο της Σαντάρ Λογκόθ, απ’ το οποίο εξαρτάται η ζωή του Ματ, του φίλου του Ραντ αλ’Θορ. Ο μνημειώδης άθλος της ανεύρεσής του πέφτει στους ώμους του νεαρού Ραντ και, αναλαμβάνοντας αυτήν την αναζήτηση, ο Ραντ εκπληρώνει ένα πεπρωμένο που επιθυμούσε να αποφύγει. Αλλά η αναζήτηση για το Κέρας του Βαλίρ είναι μόνο η αρχή σ’ αυτό το μακρινό ταξίδι ανακάλυψης του Ραντ, για να ανακαλύψει ο ήρωάς μας είναι πράγματι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας, που θα αντιμετωπίσει τον Σκοτεινό σε έναν αγώνα όπου διακυβεύεται όχι μόνο η ζωή του, αλλά ο κόσμος ολόκληρος.
1 ... 176 177 178 179 180 181 182 183 184 ... 354
Перейти на страницу:

Η Νυνάβε ξεροκατάπιε. Θυμόταν τα πάντα, θυμόταν που δεν θυμόταν. «Δεν θα διαβιβάσω», είπε. Αν θυμηθώ να μην το κάνω. Ήθελε να γελάσει υστερικά.

Είχαν φτάσει στην επόμενη αψίδα. Η λάμψη ακόμα τις γέμιζε όλες. Η Σέριαμ έριξε μια τελευταία προειδοποιητική ματιά στη Νυνάβε, και την άφησε να στέκεται μόνη της.

«Η δεύτερη φορά είναι γι’ αυτό που είναι. Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος».

Η Νυνάβε κοίταξε την αστραφτερή, ασημένια αψίδα. Τι έχει εκεί μέσα αυτή τη φορά; Οι άλλες περίμεναν, παρακολουθούσαν. Η Νυνάβε μπήκε με σταθερό βήμα στην αψίδα.

Η Νυνάβε χαμήλωσε το βλέμμα και κοίταξε ξαφνιασμένη το απλό καφέ φόρεμα που φορούσε, κι έπειτα τινάχτηκε. Γιατί κοίταζε το φόρεμά της; Ο δρόμος της επιστροφής δα έρθει μόνο μία φορά.

Κοιτάζοντας γύρω, χαμογέλασε. Στεκόταν στην άκρη του Πράσινου, στο Πεδίο του Έμοντ· γύρω της είχε τα σπιτάκια με τις καλαμοσκεπές και ακριβώς μπροστά της το Πανδοχείο της Οινοπηγής. Η Οινοπηγή ανάβλυζε με δύναμη από τη βραχώδη προεξοχή που ξεπρόβαλλε από το γρασίδι του Πράσινου και το Νερό της Οινοπηγής κυλούσε ορμητικό προς τα ανατολικά, κάτω από τις ιτιές δίπλα στο πανδοχείο. Οι δρόμοι ήταν έρημοι, αλλά τέτοια ώρα, πρωινιάτικα, ο πιο πολύς κόσμος θα ήταν στις δουλειές του.

Κοίταξε το πανδοχείο και το χαμόγελό της έσβησε. Είχε μια ατμόσφαιρα εγκατάλειψης· ο ασβέστης ήταν ξεθωριασμένος, ένα πατζούρι κρεμόταν ξεχαρβαλωμένο, η σάπια άκρη ενός δοκαριού της στέγης φαινόταν από ένα χάσμα στα κεραμίδια της σκεπής. Τι έπαθε ο Μπραν; Δεν αδειάζει από Δήμαρχος και ξεχνάει να ψτιάξει το πανδοχείο του;

Η πόρτα του πανδοχείου άνοιξε και βγήκε ο Τσεν Μπούι, ο οποίος σταμάτησε επιτόπου μόλις την είδε. Ο γέρο-καλαμοτεχνίτης ήταν γεμάτος ζάρες, σαν ρίζα οξιάς, και το βλέμμα που της έριξε ήταν εξίσου φιλικό. «Ξαναγύρισες, ε; Δεν τα μαζεύεις να ξαναφύγεις, καλύτερα;»

Η Νυνάβε τον κοίταζε σμίγοντας τα φρύδια, καθώς εκείνος έφτυνε στα πόδια της και την προσπερνούσε βιαστικά· ο Τσεν ήταν πάντα αχώνευτος άνθρωπος, αλλά σπανίως φερόταν με απροκάλυπτη αγένεια. Τουλάχιστον στην ίδια. Ποτέ κατά πρόσωπο. Ακολουθώντας τον με το βλέμμα, είδε σημάδια εγκατάλειψης σ’ ολόκληρο το χωριό· καλαμοσκεπές που έπρεπε να είχαν διορθωθεί, αγριόχορτα που σκέπαζαν αυλές. Η πόρτα του σπιτιού της Κυράς αλ’Κάαρ κρεμόταν λοξά από έναν σπασμένο μεντεσέ.

Η Νυνάβε μπήκε στο πανδοχείο κουνώντας το κεφάλι. Θα του τα ψάλλω του Μπραν για όλα αυτά.

Η κοινή αίθουσα ήταν άδεια, με εξαίρεση μια γυναίκα μόνη της, που είχε μια πυκνή, γκρίζα πλεξούδα ριγμένη στον ώμο. Σκούπιζε ένα τραπέζι, αλλά της Νυνάβε της φάνηκε ότι από τον τρόπο που κοίταζε το τραπεζομάντιλο, δεν καταλάβαινε τι έκανε. Το δωμάτιο έμοιαζε σκονισμένο.

«Μάριν;»

Η Μάριν αλ’Βερ τινάχτηκε, πιάνοντας το λαιμό της, και στάθηκε κοιτάζοντας την. Έμοιαζε πολλά χρόνια μεγαλύτερη απ’ όσο τη θυμόταν η Νυνάβε. Ταλαιπωρημένη. «Νυνάβε; Νυνάβε! Αχ, εσύ είσαι. Η Εγκουέν; Έφερες την Εγκουέν; Πες μου πως την έφερες».

«Η...» Η Νυνάβε ακούμπησε το κεφάλι της. Πού είναι η Εγκουέν, Της φαινόταν ότι κανονικά έπρεπε να το θυμάται. «Όχι. Όχι, δεν την έφερα πίσω». Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά.

Η Κυρά αλ’Βερ σωριάστηκε σε μια καρέκλα. «Πόσο το ήλπιζα. Από τότε που πέθανε ο Μπραν...»

«Πέθανε ο Μπραν;» Η Νυνάβε δεν μπορούσε να το φανταστεί· εκείνος ο παχύς, χαμογελαστός άνθρωπος έμοιαζε ότι ποτέ δεν θα πάθαινε τίποτα. «Έπρεπε να είμαι εδώ».

Η άλλη γυναίκα σηκώθηκε γοργά και έτρεξε να κρυφοκοιτάξει ταραγμένη το Πράσινο και το χωριό από ένα παράθυρο. «Αν η Μαλένα μάθει ότι είσαι εδώ, θα έχουμε φασαρίες. Ξέρω ότι ο Τσεν έτρεξε να τη βρει. Είναι ο Δήμαρχος τώρα».

«Ο Τσεν; Πώς μπόρεσαν αυτοί οι χοντροκέφαλοι οι άνδρες να διαλέξουν τον Τσεν;»

«Ήταν η Μαλένα. Είχε πιάσει τον Κύκλο των Γυναικών και όλες οι γυναίκες έλεγαν στους άνδρες τους γι’ αυτόν». Η Μάριν σχεδόν ζούληξε το πρόσωπο της στο γυαλί, προσπαθώντας να δει παντού με μιας. «Οι χαζοί οι άνδρες δεν μιλούσαν από πριν για το όνομα που θα έβαζαν στο κουτί· νομίζω ότι ο καθένας τους έλεγε ότι ήταν ο μόνος που τον είχε αναγκάσει η γυναίκα του. Έλεγε πως μια ψήφος δεν θα άλλαζε τίποτα. Μετά κατάλαβαν. Όλοι καταλάβαμε».

1 ... 176 177 178 179 180 181 182 183 184 ... 354
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)