Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Ο μοναχισμός είναι προ παντός καθαρότης νοός. Άνευ υπακοής είναι αδύνατον να επιτευχθή τούτο και ως εκ τούτου άνευ υπακοής δεν υπάρχει μοναχισμός. … η καθαρότης του νου είναι ιδιαιτέρα τις δωρεά προς τον μοναχισμόν, άγνωστος εις τας άλλας θεαρέστους οδούς. Ο μοναχός γνωρίζει την κατάστασιν ταύτην ουχί άλλως ει μη δια της ασκήσεως της υπακοής. Ιδού διατί θεωρούμεν αυτήν ως την κυρίαν βάσιν του μοναχισμού, εντός της οποίας περικλείονται αι άλλαι δύο υποσχέσεις ως φυσική τις συνέπεια. «…Η μεν εξ ησυχίας κατορθουμένη του σώματος απάθεια κόσμω πολλάκις πλησιάζουσα ουκ ασάλευτος έμεινεν· η δε εξ υπακοής προσγινομένη πανταχού δόκιμος και ακράδαντος» (Κλίμαξ). }047}
… το μυστήριον τούτο δια τον υποτακτικόν έγκειται εις την εκμάθησιν να πράττη το θέλημα του Θεού, ώστε να εισέλθη εις την σφαίραν αυτού του Θείου Θελήματος, και ούτω να καταστή μέτοχος της Θείας ζωής. Δια δε τον Γέροντα το μυστήριον τούτο συνίσταται εις το να οδηγήση τον υποτακτικόν δια της προσευχής και του αγώνος της ζωής αυτού εις την γνώσιν της οδού ταύτης και να καλλιεργήση εις αυτόν την αληθινήν ελευθερίαν, άνευ της οποίας η σωτηρία καθίσταται αδύνατος.
Η αληθινή ελευθερία υπάρχει εκεί «ού το Πνεύμα Κυρίου» και δια τούτο σκοπός της υπακοής όπως και της χριστιανικής ζωής εν γένει είναι η απόκτησις του Αγίου Πνεύματος. }048}
Ο άνθρωπος ο οποίος υποδουλοί τον αδελφόν-συνάνθρωπον αυτού, ή έστω επιβουλεύεται την ελευθερίαν αυτού, καταστρέφει αφεύκτως την ιδίαν αυτού ελευθερίαν, διότι η τοιαύτη επιδίωξις αποτελεί καθ’ εαυτήν πτώσιν εκ της Θείας ζωής της αγάπης, εις την οποίαν εκλήθη ο άνθρωπος.
Έν των κυριωτέρων κωλυμάτων δια να φθάση τις εις την κατάστασιν, προς την οποίαν καλεί ημάς η εντολή του Χριστού, είναι η φιλαυτία, ο εγωϊσμός ημών. Η υπακοή είναι η καλυτέρα οδός προς υπερνίκησιν της εντός ημών συνεπείας του προπατορικού αμαρτήματος. Όταν κόπτωμεν το θέλημα ημών ενώπιον του αδελφού υπερνικώμεν εκείνα τα «ρήγματα» τα οποία δια της πτώσεως του Αδάμ κατέτεμον την φύσιν ημών ενώ αύτη ήτο κατ’ αρχάς ενιαία, «προς τον Θεόν συνηγμένη». Πόθεν λοιπόν πηγάζει ο αγών ούτος των αντιμαχομένων θελήσεων εν ημίν, εφ’ όσον εν τω Θεώ μία μόνον Θέλησις υπάρχει;
Όταν «κόπτωμεν» το θέλημα ημών ενώπιον του }049} Θεού παραδιδόμενοι εις το θέλημα Αυτού και «μισούντες» τας μικράς «ατομικάς» ημών επιθυμίας, καθιστάμεθα ικανοί να δεχθώμεν και να φέρωμεν εντός ημών την ενέργειαν του Θείου Θελήματος. Τελειούμενοι εν τη υπακοή εις τον Θεόν και τον αδελφόν ημών τελειούμεθα εν τη αγάπη, διευρύνομεν το είναι ημών μέχρι να φθάσωμεν εις την πληρότητα της Θεανδρικής υπάρξεως κατ’ εικόνα του Θεανθρώπου Χριστού, διότι δεν υπάρχουν όρια εις την αγάπην του Θεού προς τον άνθρωπον. … ο Θεός … κατά την ενέργειαν και την χάριν Αυτού επιθυμεί να ενωθή μετά του ανθρώπου τοσούτον στενώς και τοσούτον πλήρως ώστε ο άνθρωπος να καταστή κατά χάριν θεός, όμοιος προς τον Θεόν-Δημιουργόν κατά την εικόνα της υπάρξεως Αυτού.
Ο νοήμων άνθρωπος της σήμερον δια της προς πάσαν κατεύθυνσιν ανεπτυγμένης κριτικής αυτού στάσεως είναι ασυγκρίτως ολιγώτερον ικανός προς άσκησιν της μοναχικής υπακοής ή ο απλούς άνθρωπος ο απείραστος της περιεργείας του νοός. Ο πρώτος αγαπά το κριτικόν αυτού πνεύμα και πιστεύει συνήθως ότι εις αυτό κυρίως οφείλει την αξίαν αυτού, θεωρών τούτο ως το θεμέλιον της «προσωπικής» αυτού ζωής (ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ). Δια τούτο είναι ανάγκη, πριν γίνη υποτακτικός να απαρνηθή τον πλούτον τούτον άλλως κατά τον λόγον του Χριστού δεν θα δυνηθή να εισέλθη εις την Βασιλείαν. Αλλά πώς είναι δυνατόν να επιτευχθή τούτο; Μήπως εκείνος ενώπιον του οποίου κόπτει το θέλημα αυτού δεν είναι κοινός άνθρωπος, όμοιος }050} προς πάντας ημάς, και δεν αποκλείεται ενίοτε να φαίνηται και κατώτερος; Και αρχίζει να διαλογίζηται ούτος: «Τι είναι ο Γέρων; Μήπως είναι μάντις; Και πόθεν γνωρίζει ούτος το θέλημα του Θεού; Ο Θεός έδωκεν εις ημάς λογικόν και ημείς οφείλομεν να κρίνωμεν. Ιδού, επί παραδείγματι εκείνο το οποίον νυν είπεν εις εμέ ο Γέρων είναι τελείως παράλογον», και ούτω καθ’ εξής. Η τοιαύτη στάσις έναντι του Γέροντος προσδίδει εις πάντα λόγον αυτού, εις πάσαν υπόδειξιν αυτού, χαρακτήρα αβεβαιότητος και σχετικότητος. Ο τοιούτος υποτακτικός επιλανθάνεται ότι το θέλημα του Θεού εις τούτον τον κόσμον φανερούται υπό τας αυτάς σχετικάς μορφάς υπό τας οποίας φανερούται και η φυσική θέλησις του ανθρώπου, καθώς και η των δαιμονίων, η οποία υποβάλλεται εις τους ανθρώπους. Κρίνει κατά το εξωτερικόν, όπως εν γένει αρμόζει εις τον «λογικόν» άνθρωπον να κρίνη και ως εκ τούτου αδυνατεί να εύρη την οδόν της ζώσης πίστεως.