Η Επιστροφή του Βασιλιά
- Автор: Толкин Джон Рональд Руэл
- Серия: Дело №... #3
- Язык: греческий
- Переводчик: Ευγενία Χατζηθανάση-Κόλλια
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Η Επιστροφή του Βασιλιά». Краткое содержание книги:
Στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας Ο ΑΡΧΟΝΤΑΙ ΤΟΝ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΩΝ, ο Γκάνταλφ ο Γκρίζος ανακαλύπτει ότι το δαχτυλίδι που έχει στην κατοχή του ο Φρόντο ο Χόμπιτ είναι στην πραγματικότητα το Ένα Δαχτυλίδι, ο εξουσιαστής όλων των Δαχτυλιδιών με κάποιες Δυνάμεις. Ο Φρόντο μαζί με τους Συντράφους του Δαχτυλιδιού ξεκινούν για το βουνό της φωτιάς στη Μόρντορ, τη χώρα του Εχθρού, για να καταστρέψουν εκεί το Δαχτυλίδι. Η Συντροφιά όμως σκορπίζεται μετά από επίθεση.
Στο δεύτερο βιβλίο, εξιστορούνται οι περιπέτειες του κάθε μέλους της Συντροφιάς μετά τη διάλυσή της, ως τον ερχομό της Μεγάλης Σκοτεινιάς και την αρχή του Πολέμου του Δαχτυλιδιού. Στο τρίτο βιβλίο, παρακολουθούμε τα στρατηγικά σχέδια του Γκάνταλφ και του Σόρον, μέχρι την τελική καταστροφή και το τέλος της Μεγάλης Σκοτεινιάς.
– Ληστές, ε; είπε ο άνθρωπος. Ώστε αυτό είναι το βιολί σου, ε; Άλλαξε βιολί μη σ’ τ’ αλλάξουμε εμείς. Εσείς οι μικρούληδες έχετε αρχίσει να παίρνετε αέρα. Μην εμπιστευόσαστε και πολύ την καλή καρδιά του Αφεντικού σας. Τώρα ήρθε ο Σάρκι και αυτός θα κάνει ό,τι λέει ο Σάρκι.
– Και τι μπορεί να ’ναι αυτό; είπε ο Φρόντο ήσυχα.
– Αυτή η χώρα χρειάζεται να ξυπνήσει και να τακτοποιηθεί, είπε ο κακοποιός, και ο Σάρκι αυτό θα κάνει· και θα το κάνει με τρόπο σκληρό, αν τον αναγκάσετε. Χρειαζόσαστε μεγαλύτερο Αφεντικό. Και θα το αποκτήσετε πριν βγει τούτος ο χρόνος, αν γίνουν κι άλλες φασαρίες. Τότε θα μάθετε ένα δυο πράματα, τιποτένια ποντίκια.
– Μάλιστα. Χαίρομαι που ακούω τα σχέδιά σας, είπε ο Φρόντο. Σκοπεύω να επισκεφθώ τον κύριο Λόθο και ίσως τον ενδιαφέρουν κι αυτόν.
Ο κακοποιός γέλασε.
– Ο Λόθο! Τα ξέρει μια χαρά. Μη στενοχωριέσαι. Θα κάνει ό,τι λέει ο Σάρκι. Γιατί αν ένα Αφεντικό δεν είναι εντάξει, μπορούμε να το αλλάξουμε. Κατάλαβες; Και αν οι μικρούληδες χώνουν τη μύτη τους εκεί που δεν τους θέλουν, μπορούμε να τους βγάλουμε απ’ τη μέση. Κατάλαβες;
– Ναι, κατάλαβα, είπε ο Φρόντο. Για ν’ αρχίσουμε, λοιπόν, βλέπω πως δεν έχετε πληροφορηθεί ακόμα τα τελευταία νέα εδώ. Πολλά έχουν συμβεί από τότε που φύγατε από το Νοτιά. Οι μέρες σας τελείωσαν, και για σας και για όλους τους άλλους κακοποιούς. Ο Μαύρος Πύργος έχει πέσει και υπάρχει Βασιλιάς στην Γκόντορ. Και το Ίσενγκαρντ έχει καταστραφεί κι ο σπουδαίος σας ο αφέντης είναι ζητιάνος στις ερημιές. Τον προσπέρασα στο δρόμο. Τώρα στον Πράσινο Δρόμο θα κυκλοφορούν οι αγγελιαφόροι του Βασιλιά, όχι ψευτοπαλικαράδες από το Ίσενγκαρντ.
Ο άνθρωπος τον κοίταξε και χαμογέλασε.
– Ζητιάνος στις ερημιές! κορόιδεψε. Έτσι λες, ε; Καυχήσου, κοκορέψου, μικρέ μου κοκορή. Αυτό όμως δε θα μας εμποδίσει να ζήσουμε στην πλούσια αυτή μικρή χώρα, που έχετε αρκετά τεμπελιάσει. Και -κροτάλισε τα δάχτυλά του στο πρόσωπο του Φρόντο – οι Αγγελιαφόροι του Βασιλιά! Μωρέ, τι μας λες! Όταν θα δω κανέναν, θα τον λάβω υπόψη μου, μπορεί.
Αυτό παραήταν για τον Πίπιν. Η σκέψη του ταξίδεψε πίσω στο Πεδίο του Κορμάλεν και, να, εδώ αυτός ο αλλήθωρος παλιάνθρωπος να λέει το Δαχτυλιδοκουβαλητή «μικρό κοκορή».
Έριξε πίσω το μανδύα του, τράβηξε ίο αστραφτερό του σπαθί και το ασημένιο και μαύρο χρώμα της Γκόντορ γυάλισαν καθώς όρμησε μπροστά.
– Εγώ είμαι αγγελιαφόρος του Βασιλιά, είπε. Κι εσύ απευθύνεσαι στο φίλο του Βασιλιά και σε κάποιον που είναι πασίγνωστος σε όλες τις περιοχές της Δύσης. Είσαι κακούργος και ανόητος. Πέσε στα γόνατα στο δρόμο και ζήτα συγγνώμη, ειδαλλιώς θα σε σουβλίσω με τούτο το σπαθί που είναι ο τρόμος των γιγάντων!
Το σπαθί γυάλισε στο φως του ήλιου που έδυε. Ο Μέρι και ο Σαμ τράβηξαν τα σπαθιά τους και κάλπασαν κι αυτοί να βοηθήσουν τον Πίπιν ο Φρόντο όμως δεν κουνήθηκε. Οι παλιάνθρωποι υποχώρησαν. Η δουλειά τους ως τώρα ήταν να τρομοκρατούν τους χωρικούς του Μπρι και να κάνουν τα παλικάρια σε σαστισμένους χόμπιτ. Άφοβοι χόμπιτ μ’ αστραφτερά σπαθιά κι άγρια πρόσωπα ήταν μεγάλη έκπληξη. Και τον τόνο της φωνής εκείνων των νεοφερμένων δεν τον είχαν ξανακούσει άλλη φορά. Τους πάγωσε απ’ το φόβο.
– Φύγετε! είπε ο Μέρι. Αν ενοχλήσετε αυτό το χωριό ξανά, θα το μετανιώσετε.
Οι τρεις χόμπιτ προχώρησαν και τότε οι παλιάνθρωποι γύρισαν και το ’βαλαν στα πόδια, παίρνοντας το Δρόμο του Χόμπιτον σάλπισαν όμως τα βούκινά τους καθώς έτρεχαν.
– Λοιπόν, δε γυρίσαμε καθόλου πρόωρα, είπε ο Μέρι.
– Ούτε κατά μία μέρα. Ίσως πολύ αργά, για να σώσουμε το Λόθο δηλαδή, είπε ο Φρόντο. Ο άθλιος ανόητος· τον λυπάμαι όμως.
– Να σώσουμε το Λόθο; Τι θέλεις να πεις; είπε ο Πίπιν. Εγώ θα ’λεγα να τον ξεπαστρέψουμε.
– Δε νομίζω πως καταλαβαίνεις εντελώς τα πράγματα, Πίπιν, είπε ο Φρόντο. Ο Λόθο ποτέ δεν ήθελε να φτάσουν τα πράγματα σ’ αυτό το σημείο. Ήταν ένας κακόβουλος βλάκας, τώρα όμως είναι μπλεγμένος. Οι κακοποιοί έχουν πάρει την εξουσία και μαζεύουν, κλέβουν και τρομοκρατούν, και διατηρούν ή καταστρέφουν τα πράγματα όπως τους αρέσει, για λογαριασμό του. Και σε λίγο ούτε και γι’ αυτό. Είναι φυλακισμένος στο Μπαγκ Εντ τώρα φαντάζομαι και πολύ φοβισμένος. Πρέπει να προσπαθήσουμε να τον σώσουμε.
– Λοιπόν, μένω κατάπληκτος! είπε ο Πίπιν. Από όλες τις καταλήξεις του ταξιδιού μας αυτή είναι η τελευταία που θα περνούσε απ’ το μυαλό μου – να πρέπει να πολεμήσω με μισο-ορκ και κακοποιούς μέσα στο ίδιο το Σάιρ – για να γλιτώσω το Λόθο το Σπυριάρη!
– Να πολεμήσουμε; είπε ο Φρόντο. Μπορεί, βέβαια, να φτάσουμε κι εκεί. Να θυμάστε όμως: δεν πρέπει να σκοτώσουμε χόμπιτ, ακόμα κι αν έχουν πάει στο άλλο στρατόπεδο. Στ’ αλήθεια να έχουν πάει, θέλω να πω· όχι απλώς να υπακούουν στις διαταγές των κακοποιών επειδή φοβούνται. Ποτέ κανένας χόμπιτ δεν έχει σκοτώσει άλλον επίτηδες στο Σάιρ· και δε θ’ αρχίσουμε τώρα. Κρατήστε την ψυχραιμία σας και τα χέρια σας ως την πιο τελευταία στιγμή το δυνατόν!