Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Εις τον λόγον του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος … «… Ο τους κάτω παιδεύων άνωθεν εκ του ύψους δίδασκε … ου γαρ δυνατόν τοις κάτω τα χαμαί θεραπεύειν ποτέ». }211}
Τούτο αναφέρεται κατ’ ουσίαν εις την εκ του Θεού γέννησιν του λόγου εν τη καρδία δια της προσευχής. Ούτως απεκάλεσέ τις τον Όσιον Σεραφείμ του Σαρώφ διορατικόν, αλλ’ εκείνος απήντησεν ότι ουδόλως είναι τοιούτος, αλλ’ ότι προσεύχεται κατά τον χρόνον της συνομιλίας μετά του ανθρώπου, και ότι η πρώτη σκέψις, ήτις εμφανίζεται εν τη καρδία εκ της προσευχής, οφείλει να γίνη αποδεκτή ως εκ του Θεού δεδομένη.
Το έργον του πνευματικού είναι φοβερόν, διότι εάν οι άνθρωποι προσέρχωνται εις τον ιερέα αναμένοντες να ακούσουν παρ’ αυτού καθαρώς το θέλημα του Θεού και αντ’ αυτού λάβουν υπόδειξιν προερχομένην εκ της προσωπικής λογικής του πνευματικού, ήτις δύναται να μη είναι ευάρεστος εις τον Θεόν, οδηγούνται εις αβεβαίαν οδόν και προκαλείται εις αυτούς ζημία. Ο Όσιος Σεραφείμ είπεν ωσαύτως ότι, οσάκις ωμίλει «εκ του νοός αυτού», εγίνοντο λάθη.
Και κατ’ αυτήν εισέτι την ώραν της συνομιλίας μετά των ανθρώπων προσεπάθουν να κρατώ την «ακοήν» του νοός μου εν τη καρδία, όπως συλλάβω το Θείον νεύμα, πολλάκις δε και τους λόγους τους οποίους ώφειλον να είπω. }212}
Οι πεπαιδευμένοι άνθρωποι κρατούν ισχυρώς άλλην αρχήν: την ιδίαν αυτών σύνεσιν. Πας λόγος του ιερέως δι’ αυτούς είναι απλώς ανθρώπινος, και ως εκ τούτου υποκείμενος εις κριτικήν συζήτησιν. Να ακολουθήση τις αδιακρίτως την υπόδειξιν του πνευματικού θα ήτο δι’ αυτούς μωρία. Εκείνο όπερ βλέπει και φρονεί ο πνευματικός τούτο ουδόλως αποδέχεται ο ψυχικός άνθρωπος και απορρίπτει διότι ζη εις άλλο επίπεδον. Και εγώ ο ίδιος, συναντώμενος μετ’ ανθρώπων οίτινες κατευθύνονται υπό των προσωπικών αυτών παρορμήσεων και απορρίπτουν τον λόγον, τον διδόμενον υπό του ιερέως κατόπιν προσευχής, αρνούμαι να εκζητήσω παρά του Θεού, όπως αποκαλύψη εις τους προσερχομένους το άγιον και παντέλειον Αυτού θέλημα. Δια της οδού ταύτης δεν θέτω αυτούς εις κατάστασιν πάλης μετά του Θεού, αλλά λέγω εις αυτούς την προσωπικήν μου μόνον γνώμην, ήτις στηρίζεται επί των Έργων των αγίων Πατέρων ή της Αγίας Γραφής, και αφήνω αυτούς ελευθέρους από της Θεομαχίας, και τρόπον τινά εις το δικαίωμα να αποκλίνουν αναμαρτήτως από της συμβουλής μου, ως εξ ανθρώπου μόνον προερχομένης. Βεβαίως τούτο μακράν απέχει του ζητουμένου αφ’ ημών εν τοις μυστηρίοις της Εκκλησίας. }213}
Είναι αδύνατον να εννοήση τις τους ανθρώπους. Ούτοι είτε είναι τυφλοί και «ουκ οίδασι τι ποιούσι», είτε πάσχουν υπό πνευματικού και νοερού δαλτωνισμού (πάθησις οφθαλμών μη επιτρέπουσα την διάκρισιν των χρωμάτων). Συχνάκις βλέπουν τα πράγματα εις διαμετρικώς αντίθετον φωτισμόν, ομοίως προς το αρνητικόν φωτογραφίας … Να γνωρίση τις τότε την πραγματικήν αλήθειαν της ζωής αποβαίνει πλέον αδύνατον. Εν τοιαύτη καταστάσει δεν απομένει χώρος δι’ ουδένα λόγον. Ούτοι διάκεινται εχθρικώς προς τας κινήσεις της αγίας αγάπης. Η υπομονητική ταπείνωσις εκλαμβάνεται ως υποκρισία. … δια του όλου κλίματος όπερ δημιουργούν δια της στάσεως αυτών, δυσχεραίνουν την παρουσίαν του ιερέως και εν ταυτώ κατακρίνουν αυτόν ότι αποφεύγει την επικοινωνίαν μετ’ αυτών υπό παρομοίας συνθήκας, και των τοιούτων ουκ έστι τέλος. }214}
Είς επίσκοπος όστις μετά θέρμης παρέδωκεν εαυτόν εις την υπηρεσίαν των πασχόντων … έγραψεν εις εμέ: «Ήρχισα να φοβούμαι την αγάπην». Βραδύτερον κατενόησα τους λόγους αυτού ως εξής: Εκείνοι, οίτινες ωφελήθησαν υπ’ αυτού, προσεκολλώντο εις αυτόν, και κατ’ αρχάς εβοήθουν αυτόν εν τη αγία αυτού διακονία· εν συνεχεία όμως κερδήσαντες την εμπιστοσύνην αυτού και γενόμενοι απαραίτητοι δι’ αυτόν, επεβουλεύοντο την ελευθερίαν αυτού παρεμβάλλοντες πανταχού δυσκολίας, ότε ούτος παρέδιδεν εαυτόν εις τους εσχάτως προσερχομένους. Κατ’ εκείνον τον καιρόν, ότε παρέλαβον την επιστολήν, δεν κατενόουν εισέτι το φοβερόν νόημα των λόγων αυτού. Διηνοίχθη εις εμέ τούτο κατά τους χρόνους της διακονίας μου εν Ευρώπη.
Προς τον ιερέα συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, ως και προς τον Θεόν: Απορρίπτουν αυτόν μετά φοβεράς ευκολίας ως τι το άχρηστον, μετά της βεβαιότητος ότι ευθύς ως θα έχουν την ανάγκην αυτού, θα καλέσουν αυτόν και ούτος δεν θα αρνηθή να έλθη. }215}
Δεν αποκρύπτω ότι ήμην τελείως απροσανατόλιστος. Η ψυχολογία των μοναχών, η υπομονή και η αντοχή αυτών υπερέβαινον τοσούτον πάντας και πάντα (όσα εν Ευρώπη συνήντησα), ώστε δεν εύρισκον ούτε λόγους, ούτε εξωτερικούς τρόπους επικοινωνίας. Εκείνο όπερ οι μοναχοί αποδέχονται μετ’ ευγνωμοσύνης, εν Ευρώπη συνέτριβε τους ανθρώπους. Πολλοί απεστρέφοντο εμέ ως ασυνήθως σκληρόν, και δη σκληρόν μέχρι διαστροφής του Ευαγγελικού πνεύματος της αγάπης. Και εγώ κατενόουν τας κρίσεις ταύτας αντιλαμβανόμενος ότι τα «μέτρα» των μοναχών και τα μέτρα των ανθρώπων του δυτικού πολιτισμού διέφερον βαθέως. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο πλέον αφύσικος, ουχί μόνον δια τος ανθρώπους των καιρών του «Μεγάλου Ιεροεξεταστού», αλλά και δια τους συγχρόνους ημών θα ήτο ο Χριστός. Τις δύναται να ακούση του Χριστού ή έτι μάλλον να ακολουθήση Αυτόν; Εκείνο όπερ εδίδετο εις τους μοναχούς μετά παρέλευσιν δεκαετιών πένθους, οι σύγχρονοι άνθρωποι θέλουν να λάβουν εις σύντομον χρονικόν διάστημα, και μάλιστα κατά την διάρκειαν ολίγων ωρών ευχαρίστου «θεολογικής» συζητήσεως. Οι λόγοι του Χριστού — έκαστος λόγος Αυτού — ήλθον εις τον κόσμον τούτον Άνωθεν. Ανήκουν εις την σφαίραν άλλων διαστάσεων και δεν αφομοιούνται άλλως, ει μη δια της οδού της επί μακρόν προσευχής μετά πολλών δακρύων.Άνευ της προϋποθέσεως ταύτης θα παραμένουν εσαεί ακατανόητοι εις τον άνθρωπον, τον οσονδήποτε «πεπαιδευμένον» έστω και θεολογικώς (ΟΥΧΙ ΙΟΥΔΑΪΚΩΣ). Είπε τις εις εμέ: «Όταν ζης υπό το άχθος του ακατανοήτου τότε πνίγεσαι». Αληθώς, πάντες ημείς συντριβόμεθα, όταν αποπειρώμεθα }216} δια των δυνάμεων ημών να εννοήσωμεν τον λόγον του Χριστού. … Συναντώντες την ιδιομορφίαν ταύτην του λόγου του Χριστού, βαθμηδόν εννοούμεν ότι ο λόγος ούτος φανεροί ενώπιον ημών τας αιωνίους σφαίρας του ανάρχου Πνεύματος. Και εν συνεχεία ζώμεν παν ό,τι ανθίσταται εν ημίν εις τον λόγον του Χριστού ως την παρουσίαν του θανάτου εντός ημών. Ούτω διαμένομεν εν καταστάσει βαθέως διχασμού: Αφ’ ενός μεν αισθανόμεθα την ευγνωμοσύνην ως γλυκείαν μάχαιραν να διαπερά την καρδίαν ημών· αφ’ ετέρου δε αφόρητον αισχύνην δι’ εαυτούς, αλλά και φρίκην ωσαύτως προ του απροσίτου του ημετέρου σκοπού.