Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
«Το Άγιον Πνεύμα διδάσκει την αγάπην του Θεού και η ψυχή επιποθεί τον Θεόν και ηδέως εκζητεί Αυτόν μετά δακρύων ημέρας και νυκτός, ενώ ο εχθρός μεταδίδει την εαυτού μελαγχολίαν επαχθή και ζοφεράν αποκτείνουσαν την ψυχήν. }131}
Η ζωή του Γέροντος διέρρευσε πρωτίστως εν προσευχή ο δε προσευχόμενος νους δεν σκέπτεται ήτοι δεν συλλογίζεται αλλά ζη. Η ενέργεια του προσευχομένου νοός δεν είναι χειρισμός αφηρημένων εννοιών αλλά συμμετοχή εν τη υπάρξει. Νους αληθώς προσευχόμενος δεν χειρίζεται ορθολογικάς κατηγορίας αλλά κατηγορίας ποιοτικώς διαφόρους. Και το είδος τούτο των κατηγοριών είναι αυτή η ύπαρξις εν ενεργεία, μη δυναμένη να περιληφθή εις τα στενά πλαίσια των αφηρημένων εννοιών.
Ο Γέρων δεν ήτο φιλόσοφος υπό την συνήθη σημασίαν της λέξεως αλλ’ ήτο τω όντι σοφός κατέχων γνώσιν εκείνου όπερ εξέρχεται των ορίων της φιλοσοφίας.
Ας φέρωμεν ως παράδειγμα την πείραν της «μνήμης του θανάτου». Υπό τον όρον αυτόν εν τη ασκητική γραμματεία των Πατέρων εννοείται ουχί η συνηθισμένη συνείδησις του ανθρώπου περί της θνητότητος αυτού, τ.ε. η απλή μνήμη ότι θα αποθάνωμεν, αλλ’ ιδιαιτέρα τις πνευματική αίσθησις εμπνεομένη υπό της χάριτος. Άρχεται η μνήμη του θανάτου δια της συναισθήσεως της βραχύτητος της επιγείου υπάρξεως ημών· άλλοτε εξασθενούσα άλλοτε δε δυναμουμένη κατά καιρούς γίνεται βαθύ «αίσθημα» της φθοράς και του παροδικού παντός επιγείου μεταβάλλουσα τοιτουτοτρόπως την στάσιν του ανθρώπου έναντι παντός πράγματος εν τω κόσμω. Παν ό,τι δεν μένει αιωνίως παύει να έχη αξίαν εις την συνείδησιν του ανθρώπου και γεννά το αίσθημα της ματαιότητος πασών των επί γης κτήσεων. Η προσοχή του νοός χωριζεται από του περιβάλλοντος εξωτερικού κόσμου και συγκεντρούται εις τα έσω, όπου η ψυχή ίσταται κατά πρόσωπον προ της ακαταλήπτου αβύσσου του σκότους. Η θέα αύτη εμβάλλει την ψυχήν εις τρόμον γεννώσα σύντονον προσευχήν ακράτητον ημέρας και νυκτός. Καταργείται η έκτασις του χρόνου κατ’ αρχάς όμως ουχί }133} διότι η ψυχή είδε το φως της αιωνίου ζωής αλλ’ αντιθέτως, διότι το παν κατεβροχθίσθη υπό του αισθήματος του αιωνίου θανάτου. Εν τέλει διερχομένη πολλά και διάφορα στάδια η ψυχή τη επενεργεία της χάριτος εισάγεται εις την σφαίραν του ανάρχου Θείου φωτός. Και τούτο δεν είναι φιλοσοφική «υπέρβασις» αλλά ζωή εν τη πραγματική αυτής εκδηλώσει μη έχουσα ανάγκην διαλεκτικών «αποδείξεων». Τούτο είναι γνώσις απροσδιόριστος, αναπόδεικτος, ανεκδήλωτος, αλλά παρά το απροσδιόριστον αυτής ως αυθεντική ζωή, είναι ασυγκρίτως κραταιοτέρα και εσωτερικώς πειστικωτέρα της πλέον αψόγου αφηρημένης διαλεκτικής.
Εν τη άνωθεν διδομένη προσευχή η υπαρξιακή ή }134} ως έλεγεν ο Γέρων «έμπειρος» γνώσις της ανθρωπίνης ελευθερίας είναι άκρως βαθεία. Εκείνος εγνώριζεν εξ όλης ψυχής ότι η πραγματική δουλεία είναι μόνον μία η δουλεία εις την αμαρτίαν η δε αληθινή ελευθερία είναι ωσαύτως μία η ανάστασις εν τω Θεώ.
Εν όσω ο άνθρωπος δεν ηξιώθη να βιώση την εν Χριστώ ανάστασιν αυτού το παν εν αυτώ είναι ηλλοιωμένον εκ του φόβου του θανάτου, και επομένως εκ της δουλείας εις την αμαρτίαν. Εξ όσων όμως δεν εγνώρισαν εισέτι την χάριν της αναστάσεως, εκφεύγουν της παραμορφώσεως μόνον εκείνοι δια τους οποίους ελέχθη: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».
… η πνευματική ζωή εμφανίζεται διττώς: ως πνευματική κατάστασις ή βίωμα, και ως δογματική συνείδησις. Αι δύο αύται επόψεις, διάφοροι και μέχρι τινός, κεχωρισμέναι εν τη «ενσαρκώσει» αυτών (ήγουν εν τη μορφοποιημένη εκδηλώσει αυτών εντός της εμπειρικής ημών ζωής) κατά την ουσίαν αυτών είναι ενιαία και αδιαίρετος ζωή. Δυνάμει τούτου εκάστη ασκητική πράξις, εκάστη πνευματική κατάστασις, είναι αχωρίστως συνδεδεμένη προς την αντίστοιχον αυτή δογματικήν συνείδησιν. }135}
Εν αληθεία χριστιανικώς δύνασαι να σώσης μόνον δια της αγάπης, ήτοι «ελκύων». Δι’ οιανδήποτε βίαν δεν υπάρχει τόπος. Εν τη αναζητήσει της σωτηρίας πάντων η αγάπη περιπτύσσεται ουχί μόνον τον κόσμον των ζώντων, αλλά και των ήδη αποθανόντων και αυτόν τον άδην και εκείνους οίτινες μέλλουν να γεννηθούν, τουτέστι τον Αδάμ παγγενή.
Ηρωτήσαμεν τον Γέροντα:
-Πώς δύναταί τις να αγαπά πάντας τους ανθρώπους; }136} Και πού να εύρη τοιαύτην αγάπην ώστε να είναι έν μετά πάντων;
Ο Γέρων απήντησεν:
-Ίνα γενώμεθα έν μετά πάντων καθώς λέγει ο Κύριος, «ίνα πάντες έν ώσι», ουδέν είναι αναγκαίον να επινοήσωμεν· πάντες ημείς έχομεν μίαν και την ιδίαν φύσιν. Ως εκ τούτου φυσικόν θα ήτο δι’ ημάς να αγαπώμεν τους πάντας. Την δε δύναμιν της αγάπης δίδει το Πνεύμα το Άγιον.
Η δύναμις της αγάπης είναι μεγάλη και νικηφόρος, αλλ’ ουχί έως τέλους. Εν τω ανθρωπίνω είναι ενυπάρχει εξουσία τις ήτις θέτει και εις την αγάπην προσέτι όριόν τι, ώστε και αύτη να μη έχη το απόλυτον. Τι άραγε είναι τούτο;