Η Άνοδος της Σκιάς
- Автор: Джордан Роберт
- Серия: Дело №... #4
- Язык: греческий
- Переводчик: Χριστόδουλος Λιθαρής
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Η Άνοδος της Σκιάς». Краткое содержание книги:
Η περιπέτεια συνεχίζεται: ο Πέριν, ο λιγομίλητος; σιδεράς, επιστρέφει στο Πεδίο του Έμοντ και γίνεται ο Άρχοντας τον Λύκων, ο Πέριν ο Χρυσομάτης. Ο Ραντ, έχοντας υποτάξει το Δάκρυ, εκπληρώνοντας άλλο ένα μέρος της Προφητείας του Δράκοντα, ξεκινά για την Ερημιά του Άελ, για να στρατολογήσει στον αγώνα του τους Αελίτες, εκείνους τους απείθαρχους και ανίκητους πολεμιστές. Όσο για τις μάγισσες Άες Σεντάι στο Λευκό Πύργο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος εκεί δεν μοιάζει να προέρχεται από τις δυνάμεις του Κακού, αλλά από τη δίψα για εξουσία και τις μηχανορραφίες τους.
Η περιπέτεια συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται όσο γυρνά ο Τροχός του Χρόνου.
«Είμαι σίγουρος ότι θα το θυμόσουν», είπε ξερά ο Γκάγουιν. «Δεν ήθελα να διακόψω το κέντημά σου ― σπουργίτια είναι αυτά; Κίτρινα σπουργίτια;» Η Μιν έκρυψε ξανά το στεφάνι στο καλάθι. «Ήθελα, όμως, να ζητήσω τη γνώμη σου γι' αυτό». Της έβαλε στα χέρια ένα μικρό, δερματόδετο βιβλίο, παλιό και κουρελιασμένο. Ξαφνικά η φωνή του σοβάρεψε. «Πες στον αδελφό μου ότι είναι σαχλαμάρα. Ίσως εσένα να σε ακούσει».
Αυτή περιεργάστηκε το βιβλίο. Η Οδός τον Φωτός, του Λόθαιρ Μάντελαρ. Ανοίγοντάς το, διάβασε στην τύχη: «Επομένως να αποστρέφεσαι κάθε ηδονή, διότι η καλοσύνη είναι ένα καθαρό ιδανικό, ένα τέλειο, κρυστάλλινο ιδεώδες, που το επισκιάζουν τα ταπεινά συναισθήματα. Μην κανακεύεις τη σάρκα. Η σάρκα είναι αδύναμη, αλλά το πνεύμα δυνατό· η σάρκα είναι ανήμπορη, εκεί που το πνεύμα είναι δυνατό. Η σωστή σκέψη πνίγεται στο συναισθηματισμό και η σωστή δράση παρεμποδίζεται από τα πάθη. Να αντλείς ευχαρίστηση από το ορθό και μόνο από το ορθό». Έμοιαζαν με καθαρές ανοησίες.
Η Μιν χαμογέλασε στον Γκάγουιν ― κατάφερε, μάλιστα, και να χαχανίσει. «Τόσο πολλές λέξεις. Φοβάμαι πως δεν ξέρω πολλά από βιβλία, Άρχοντα Γκάγουιν. Όλο λέω να πάρω ένα να διαβάσω ― αλήθεια». Αναστέναξε. «Αλλά πού χρόνος. Και μόνο για να φτιάξω τα μαλλιά μου θέλω ώρες. Σου φαίνονται ωραία;» Η έκφραση οργής και κατάπληξης στο πρόσωπό του παραλίγο να την κάνει να γελάσει, αλλά τελευταία στιγμή έκανε το γέλιο της χαχάνισμα. Ήταν πολύ ευχάριστο να έχει το πάνω χέρι, έτσι για αλλαγή· θα φρόντιζε να δει αν μπορούσε να το κάνει αυτό συχνότερα. Αυτή η μεταμφίεση πρόσφερε δυνατότητες τις οποίες δεν είχε συλλογιστεί. Η παραμονή της στον Πύργο ήταν όλο πλήξη και ενοχλήσεις. Της άξιζε λίγη διασκέδαση.
«Ο Λόθαιρ Μάντελαρ», είπε ο Γκάγουιν με σφιγμένη φωνή, «ίδρυσε τους Λευκομανδίτες. Τους Λευκομανδίτες!»
«Ήταν σπουδαίος άνθρωπος», είπε σταθερά ο Γκάλαντ. «Ένας φιλόσοφος με ευγενή ιδανικά. Αν τα Τέκνα του Φωτός κάποιες φορές επέδειξαν... υπερβολική συμπεριφορά... μετά τον καιρό του, το γεγονός αυτό δεν αλλάζει».
«Αχ καλέ. Λευκομανδίτες», είπε ξέπνοα η Μιν και πρόσθεσε ένα τρέμουλο. «Είναι τόσο σκληροί, απ' ό,τι ακούω. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Λευκομανδίτη να χορεύει. Λέτε να κάνουν κανέναν χορό εδώ πέρα; Ούτε και οι Άες Σεντάι δείχνουν να ενδιαφέρονται για χορούς, και εμένα μου αρέσει πολύ να χορεύω». Ήταν υπέροχη η σύγχυση στα μάτια του Γκάγουιν.
«Δεν το νομίζω», είπε ο Γκάλαντ παίρνοντάς της το βιβλίο. «Οι Άες Σεντάι είναι απασχολημένες με... τις δικές τους δουλειές. Αν ακούσω να δίνουν κάποιον κατάλληλο χορό στην πόλη, θα σε συνοδεύσω, αν το επιθυμείς. Μη φοβάσαι, δεν θα σε ενοχλήσουν αυτά τα δύο καθάρματα». Της χαμογέλασε, χωρίς να συναισθάνεται τι αποτέλεσμα είχε αυτό, και η Μιν βρέθηκε πραγματικά ξέπνοη. Θα έπρεπε να απαγορεύουν στους άντρες να έχουν τέτοια χαμόγελα.
Δεν κατάλαβε αμέσως για ποια καθάρματα μιλούσε. Ήταν οι δύο άντρες που υποτίθεται πως είχαν ζητήσει το χέρι της Ελμιντρέντα, που παραλίγο να μονομαχήσουν επειδή αυτή δεν μπορούσε να αποφασίσει και την είχαν πιέσει τόσο πολύ, που αυτή είχε αναγκαστεί να ζητήσει καταφύγιο στον Πύργο, επειδή δεν έπαυε να ενθαρρύνει και τους δύο. Ήταν η πρόφαση με την οποία βρισκόταν εδώ. Φταίει το φόρεμα, σκέφτηκε. Αν φορούσα τα κανονικά ρούχα μου, το μυαλό μου θα δούλευε μια χαρά.
«Πρόσεξα ότι η Άμερλιν σου μιλά κάθε μέρα», είπε ξαφνικά ο Γκάγουιν. «Ανέφερε την αδελφή μας, την Ηλαίην; Ή την Εγκουέν αλ'Βέρ; Είπε πού βρίσκονται;»
Η Μιν ευχήθηκε μέσα της να μπορούσε να του μαυρίσει το μάτι. Ο Γκάγουιν βέβαια δεν ήξερε γιατί η Μιν υποκρινόταν πως ήταν μια άλλη, όμως είχε συμφωνήσει να τη βοηθήσει να γίνει αποδεκτή ως Ελμιντρέντα και τώρα, με τα λόγια του, τη συσχέτιζε με αυτές τις γυναίκες, που πολλές στον Πύργο ήξεραν ότι ήταν φίλες της Μιν. «Α, η Έδρα της Άμερλιν είναι υπέροχη γυναίκα», είπε γλυκά, μ' ένα χαμόγελο που αποκάλυπτε τα δόντια της. «Πάντα με ρωτάει πώς περνάω την ώρα μου και μου κάνει κομπλιμέντα για τα φορέματά μου. Μάλλον ελπίζει να αποφασίσω σύντομα ανάμεσα στον Ντάρβαν και τον Γκόμαλ, αλλά μου είναι αδύνατο». Άνοιξε τα μάτια πλατιά, ελπίζοντας να έδειχνε έτσι μπερδεμένη και ανήμπορη. «Είναι και οι δύο γλύκες. Ποια είπες; Την αδελφή σου, Άρχοντά Γκάγουιν; Την ίδια την Κόρη-Διάδοχο; Δεν νομίζω να άκουσα την Έδρα της Άμερλιν να την αναφέρει ποτέ. Ποιο ήταν το άλλο όνομα;» Άκουσε τον Γκάγουιν να τρίζει τα δόντια του.