Бесплатная библиотека
Читайте книгу на сайте или телефоне
READ-E-BOOK » Фэнтези » Ο Άρχοντας του Χάους
Ο Άρχοντας του Χάους - Читать Любимую Русскую Полную Книгу 👉 Read-E-Book.com

Ο Άρχοντας του Χάους

Электронная книга - «Ο Άρχοντας του Χάους». Краткое содержание книги:

Το Έκτο Βιβλίο του Τροχού του Χρόνου
Ας ξανακαλπάσει ο Δράκοντας στους ανέμους του χρόνου...
Ο Τροχός γυρνά κι οι άνεμοι του πεπρωμένου σαρώνουν τη γη. Ο Ραντ αλ’Θόρ, ο Αναγεννημένος Δράκοντας, παλεύει απεγνωσμένα για να ενώσει τα έθνη υπό την αρχηγία του πριν από την Τελευταία Μάχη, ενώ ο Σκοτεινός είναι έτοιμος να δραπετεύσει από την αιώνια φυλακή του κι οι αθάνατοι Αποδιωγμένοι στήνουν δόκανα στην ανυποψίαστη ανθρωπότητα.
Στον Λευκό Πύργο της Ταρ Βάλον, υπό τη δεσποτική Άμερλιν Ελάιντα, αποφασίζουν πως πρέπει να κάνουν τον Ραντ μαριονέτα τους. Στο Σαλιντάρ η Εγκουέν αλ’Βέρ ανακαλύπτει πως κι οι εξόριστες Άες Σεντάι έχουν τα δικά τους σχέδια γι’ αυτόν.
Η αφύσικη ξηρασία και το καλοκαίρι συνεχίζονται ακόμα και τους μήνες του χειμώνα, κι η Νυνάβε αλ’Μεάρα μαζί με την Ηλαίην, την Κόρη-Διάδοχο του Άντορ, αγωνίζονται να βρουν το μυθικό τερ’ανγκριάλ που μπορεί να ελέγξει τον καιρό, ενώ η Βασίλισσα Μοργκέις είναι ουσιαστικά αιχμάλωτη των Τέκνων του Φωτός που απλώνουν την εξουσία και την επιρροή τους.
Κι από την άλλη άκρη του κόσμου, ο Πέριν Αϋμπάρα νιώθει ως τα’βίρεν το κάλεσμα του Ραντ και σπεύδει μαζί με τους τοξότες των Δύο Ποταμών, που εξορμούν σε πόλεμο για πρώτη φορά ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια.
1 ... 120 121 122 123 124 125 126 127 128 ... 556
Перейти на страницу:

«Πρέπει να συνδεθούμε», είπε η Σέριαμ, κι η λάμψη που την περιέβαλλε ενώθηκε με τις λάμψεις από τη Μυρέλ και τη Μπεόνιν. Έστω κι έτσι, δεν πλησίαζε την ένταση της λάμψης που θα είχε μια γυναίκα μόνη της στον ξυπνητό κόσμο, μια γυναίκα που δεν θα ήταν ένα θαμπό όνειρο.

«Όχι!» φώναξε βιαστικά η Ηλαίην. «Μη το δεχθείτε ως αληθινό. Πρέπει να το αντιμετωπίσετε σαν—» Άρπαξε τη Σέριαμ από το μπράτσο, αλλά η ροή της Φωτιάς που είχαν υφάνει οι τρεις γυναίκες, ασθενική ακόμα και τώρα που ήταν συνδεμένες, άγγιξε τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του ονείρου και του εφιάλτη. Η ύφανση εξαφανίστηκε εκεί, λες και την είχε απορροφήσει ο εφιάλτης, και την ίδια στιγμή οι τρεις Άες Σεντάι επιμηκύνθηκαν, σαν ομίχλη παρασυρμένη από άνεμο. Πρόλαβαν μόνο να αφήσουν ψιλές κραυγούλες έκπληξης πριν αγγίξουν το σύνορο κι εξαφανιστούν. Η Σέριαμ επανεμφανίστηκε μέσα, με το κεφάλι να ξεπροβάλλει από ένα μεταλλικό πράγμα σαν καμπάνα. Οι Τρόλοκ απ’ έξω γύριζαν χερούλια και κατέβαζαν μοχλούς, και τα κόκκινα μαλλιά της Σέριαμ τινάχτηκαν σπασμωδικά, καθώς ούρλιαζε με μια σειρά από κρεσέντα που δυνάμωναν. Δεν υπήρχε ίχνος από τις άλλες δύο, όμως στην Ηλαίην φάνηκε ότι άκουγε κι άλλα ουρλιαχτά στο βάθος, κάποια να ολολύζει επαναλαμβάνοντας συνεχώς τη λέξη «Όχι!», και κάποια άλλη να αλυχτά για βοήθεια.

«Θυμάσαι τι σου είπαμε για να διαλύεις τους εφιάλτες;» ρώτησε η Ηλαίην.

Με τα μάτια στυλωμένα στη σκηνή μπροστά της, η Σιουάν ένευσε. «Πρέπει να αρνηθείς την πραγματικότητά του. Να βάλεις γερά στο νου σου τα πράγματα όπως θα ήταν χωρίς τον εφιάλτη».

Αυτό ήταν το σφάλμα που είχε κάνει η Σέριαμ, που μάλλον το είχαν κάνει όλες οι Άες Σεντάι. Προσπαθώντας να διαβιβάσουν ενάντια στον εφιάλτη, τον είχαν αποδεχθεί ως αληθινό, κι αυτή η αποδοχή τις είχε παρασύρει μέσα του σαν να είχαν μπει από μόνες τους, κι έτσι θα έμεναν ανήμπορες αν δεν θυμούνταν αυτά που είχαν λησμονήσει. Αλλά προφανώς δεν τα θυμούνταν. Τα ουρλιαχτά που δυνάμωναν τρυπούσαν τα αυτιά της Ηλαίην.

«Ο διάδρομος», μουρμούρισε, προσπαθώντας να σχηματίσει στον εαυτό της το διάδρομο όπως ήταν την τελευταία φορά που τον είχε δει. «Σκέψου τον διάδρομο όπως τον θυμάσαι».

«Προσπαθώ, κορίτσι μου», μούγκρισε η Σιουάν. «Δεν γίνεται τίποτα».

Η Ηλαίην αναστέναξε. Η Σιουάν είχε δίκιο. Ούτε μια ακρούλα της σκηνής μπροστά τους δεν είχε τρεμουλιάσει. Το κεφάλι της Σέριαμ σχεδόν δονείτο πάνω από το μεταλλικό σάβανο που έκλεινε το σώμα της. Τα ουρλιαχτά της Μόρβριν διακόπτονταν από σπασμωδικά λαχανιάσματα· η Ηλαίην σχεδόν μπορούσε να ακούσει τις αρθρώσεις του κορμιού της να διαλύονται. Τα μαλλιά της Καρλίνυα που κρέμονταν από κάτω της, κόντευαν να αγγίξουν την κοχλάζουσα επιφάνεια του λαδιού που έβραζε. Δύο γυναίκες δεν αρκούσαν. Ο εφιάλτης ήταν πολύ μεγάλος.

«Χρειαζόμαστε τις άλλες», είπε.

«Τη Ληάνε και τη Νυνάβε; Κορίτσι μου, αν ξέραμε πού να τις βρούμε, η Σέριαμ κι οι άλλες θα πέθαιναν πριν να...» Η φωνή της έσβησε καθώς κοίταζε την Ηλαίην. «Δεν εννοείς τη Ληάνε και τη Νυνάβε, ε; Εννοείς τη Σέριαμ και...» Η Ηλαίην απλώς ένευσε· φοβόταν τόσο που δεν μπορούσε να μιλήσει. «Δεν νομίζω ότι μπορούν να μας ακούσουν ή να μας δουν εδώ που είμαστε. Οι Τρόλοκ δεν μας έχουν ρίξει ούτε μια ματιά. Επομένως, πρέπει να δοκιμάσουμε από μέσα». Η Ηλαίην ένευσε ξανά. «Κορίτσι μου», είπε η Σιουάν με ανέκφραστη φωνή, «έχεις θάρρος λιονταριού, κι ίσως μυαλό ψαροπουλιού». Μ’ έναν βαρύ στεναγμό, πρόσθεσε, «Όμως ούτε εγώ βλέπω άλλον τρόπο».

Η Ηλαίην συμφωνούσε σε όλα μαζί της, εκτός από κείνο που είχε πει για το θάρρος της. Αν τα γόνατά της δεν είχαν μουδιάσει, θα είχε σωριαστεί στο πάτωμα, που είχε μοτίβα σ’ όλα τα χρώματα των Άτζα. Συνειδητοποίησε ότι στο χέρι κρατούσε ένα σπαθί, μια μακριά, γυαλιστερή ατσάλινη λεπίδα, η οποία θα ήταν απολύτως άχρηστη ακόμα κι αν ήξερε ξιφασκία. Την άφησε να πέσει κι η λεπίδα εξαφανίστηκε πριν φτάσει στο πάτωμα. «Περιμένοντας εδώ, δεν κάνουμε τίποτα», μουρμούρισε. Αν περίμενε πολύ ακόμα, το λιγοστό κουράγιο που είχε μαζέψει θα γινόταν καπνός.

Μαζί οι δυο τους έκαναν ένα βήμα προς το σύνορο. Το πόδι της Ηλαίην άγγιξε τη διαχωριστική γραμμή και ξαφνικά ένιωσε να τραβιέται, κάτι να τη ρουφάει σαν νερό σε σωλήνα.

Τη μια στιγμή, στεκόταν στον διάδρομο και κοίταζε τη φρίκη, την άλλη κειτόταν μπρούμυτα στην τραχιά γκρίζα πέτρα, με τους καρπούς και τους αστραγάλους δεμένους στο κάτω μέρος της πλάτης της, ενώ η φρίκη πανηγύριζε ολόγυρά της. Το σπήλαιο εκτεινόταν απέραντο προς όλες τις κατευθύνσεις· ο διάδρομος του Πύργου δεν φαινόταν να υπάρχει πουθενά. Ο αέρας έβριθε από ουρλιαχτά, τα οποία αντιλαλούσαν από τους βραχώδεις τοίχους κι από την οροφή που ήταν γεμάτη σταλακτίτες. Μερικά βήματα πιο πέρα, ένα πελώριο μαύρο καζάνι άχνιζε πάνω από μια δυνατή φωτιά που τριζοβολούσε. Ένας Τρόλοκ με μουσούδα αγριόχοιρου και χαυλιόδοντες πετούσε στο καζάνι κάτι κομμάτια που έμοιαζαν με κάποιου είδους ρίζες. Το καζάνι ήταν για το φαγητό. Οι Τρόλοκ έτρωγαν τα πάντα. Συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων. Σκέφτηκε λυτά τα χέρια και τα πόδια της, αλλά το τραχύ σκοινί δεν έπαψε να κόβει τη σάρκα της. Ακόμα κι η χλωμή σκιά του σαϊντάρ είχε εξαφανιστεί· η Αληθινή Πηγή δεν υπήρχε πια γι’ αυτήν εδώ πέρα. Ήταν πραγματικός εφιάλτης, και βρισκόταν παγιδευμένη εντός του.

1 ... 120 121 122 123 124 125 126 127 128 ... 556
Перейти на страницу:
0
Сюжет
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Атмосфера
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Главный герой
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
0
Общее впечатление
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
Итоговая оценка: 0.0 из 10 (голосов: 0 / История оценок)