Творения (на греч. яз.)
- Автор: Сахаров Софроний
- Язык: греческий
- Жанр: Прочая религиозная литература
Электронная книга - «Творения (на греч. яз.)». Краткое содержание книги:
Εν παρομοία προσευχή (ως του Αποστόλου Παύλου) ο νους ημών περικλείεται εν τω Νοΐ του Θεού και δέχεται την κατανόησιν πραγμάτων δια τρόπου όστις είναι αδύνατον να εκφρασθή }401} καταλλήλως δια της καθ’ ημέραν ημών γλώσσης. Επί παραδείγματι: Τα πάντα εκτίσθησαν δια του θελήματος Αυτού, δια της σκέψεως Αυτού. Ούτος «νοεί» τον κόσμον και η δημιουργική Αυτού σκέψις γίνεται κτιστόν είναι.Προηγείται η σκέψις του Θεού Δημιουργού και ουχί η ύλη. Ούτω ζώμεν τον κόσμον τούτον ουχί μόνον υπό το πρίσμα της εμπειρικής γνώσεως, αλλά και θεωρούμεν αυτόν εν πνεύματι δι’ άλλου τρόπου. (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ)
«Ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον … διδάξει υμάς πάντα». Θα «διδάξη» ημάς να σκεπτώμεθα καθώς σκέπτεται ο Ίδιος ο Θεός, να αγαπώμεν καθώς αγαπά }402} ο Θεός. Μη εκπλήττεσθε επί τούτω. Τοιούτον είναι το νόημα της ευαγγελικής κλήσεως.
Εγείρεται το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να επιτύχωμεν της ευλογίας ταύτης; Η απάντησις εδόθη υπό του Χριστού: «Τας εντολάς τας Εμάς τηρήσατε, και Εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ ημών εις τον αιώνα». «Γνωρίζομεν», επομένως, το Πνεύμα το Άγιον δια της αγίας παραδόσεως των Πατέρων της Εκκλησίας, καθώς ωσαύτως και δια της προσωπικής ημών πείρας των εν ημίν ενεργειών Αυτού. Εκείνος «υπομιμνήσκει ημάς πάντα».
Επί πλέον: «Εάν τις αγαπά Με, τον λόγον Μου τηρήσει, και ο Πατήρ Μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν (αιώνιον) παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Τί δύναται να σημαίνη τούτο; Σημαίνει ότι εδόθη εις ημάς η υπόσχεσις ότι θα κληρονομήσωμεν το πλήρωμα της Θείας ζωής, το πλήρωμα της γνώσεως και της δυνάμεως της αγάπης, όπερ εφανερώθη εις ημάς δια του Ακτίστου Φωτός, «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία».
Ιδού η μαρτυρία του Παύλου: «Ημείς δε ου το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα είδωμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν». Και εισέτι: «Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου, ός συμβιβάσει αυτόν; Ημείς δε νουν Χριστού έχομεν». Δια της σχολικής παιδείας εισήλθομεν είς τινα κοσμικόν τρόπον σκέψεως και αφωμοιώσαμεν τα δεδομένα της εμπειρικής γνώσεως. Ανάλογόν τι συμβαίνει και εν τω χώρω του Πνεύματος. Ζώντες κατά τας εντολάς }403} του Ευαγγελίου εισερχόμεθα εις την πλέον στενήν συγγένειαν μετά του Θείου Νοός. Αι εντολαί αύται είναι ουχί άλλο τι, ει μη η αυτό-αποκάλυψις του Θεού «καθώς εστιν». Όταν αύται αποβούν ο μόνος νόμος παντός του είναι ημών, μεταδίδουν εις ημάς την ποθουμένην «μορφήν» του Θείου Είναι. «Οίδαμεν δε ότι ο Υιός του Θεού ήκει και δέδωκεν ημίν διάνοιαν ίνα γινώσκομεν τον Αληθινόν».
Ο Θεός-Αλήθεια ουδέν ψευδές έπλασεν, ουδέν έναντίον προς την αλήθειαν, και ως εκ τούτου πάσα εξ Αυτού εκπορευομένη ενέργεια είναι αληθινή. Ο Χριστός απεκάλυψεν εις ημάς τον αυθεντικόν Άνθρωπον, καθώς ούτος συνελήφθη εν τω Νοΐ του Δημιουργού. Εν ημίν κατετέθη η Αλήθεια του Ιδίου του Θεού, διότι είμεθα «εικών και ομοίωσις» Αυτού. Η αιωνία Αλήθεια μεταδίδεται εις την εν ημίν υποστατικήν αρχήν. Και καθώςη Υπόστασις γεννάται κατ’ αρχάς εν τω ανθρώπω μόνον δυνάμει, ούτω και το εν ημίν σπέρμα της Αληθείας οφείλει να αναπτυχθή εκ της δυνάμει καταστάσεως αυτού. Εν τη πτώσει του Αδάμ η εν ημίν Αλήθεια υπέστη αλλοίωσιν. Δια της χάριτος της μετανοίας και της εξ αγάπης υπακοής προς τον Πατέρα, η Αλήθεια εν τη πρωταρχική αυτής αγιότητι μεταδίδεται εις ημάς ως ζωή του Ιδίου του Θεού.
Τί συμβαίνει όμως εις τον άνθρωπον όστις προσφέρει την μετάνοιαν αυτού μετά κλαυθμού; Ζη την Αλήθειαν ουχί ως καρπόν των διαλογισμών αυτού, αλλ’ ως κατάστασιν του πνεύματος αυτού, δοθείσαν εις αυτόν υπό του Πνεύματος του Θεού. Η «κατάστασις» αύτη είναι γεγονός του Είναι εκ του οποίου και αυτή αύτη η σκέψις ημών συλλαμβάνει δια του ιδιάζοντος εις αυτήν τρόπου την έννοιαν της Αληθείας. Η κατανόησις αύτη }404} της αληθείας δεν είναι αποτέλεσμα αποδεικτικής σκέψεως, αλλά παρουσιάζεται ως δια διαισθήσεως εμβάθυνσις ή διαπίστωσις γεγονότος, ως γνώσις του Θείου Είναι, ήτις κατέρχεται προς ημάς εκ του Θεού.
Η επίγνωσις των οδών του Κυρίου δεν έρχεται ταχέως. Βαθεία ήτο η οδύνη μου, ότε ησθάνθην την ολιγότητα των ημερών ημών. Η ψυχή μου εκυριεύθη υπό φόβου μη τυχόν απέλθω εις τον τάφον, πριν ή έλθη απάντησις εκ του Θεού, ότι εισηκούσθη η προς Αυτόν κραυγή μου. Αλλά δεν εγκατελείφθην υπ’ Αυτού εις τέλος. Δια της εν ανενδοιάστω πίστει προς τον Χριστόν-Θεόν προσευχής μου, μετεδόθη βαθμηδόν και εις εμέ η ευσπλαχνία Αυτού προς την απολλυμένην ανθρωπότητα. Έζων μετά μεγάλου πόνου τον προσωπικόν μου όλεθρον, και ο πόνος ούτος διερρήγνυε τα τείχη της λιθίνης καρδίας μου. Συνήθιζον εν γένει να προβάλλω τας εμπειρίας μου εφ’ όλης της ανθρωπότητος, και συνέπασχον μεθ’ όλων των ανθρώπων οίτινες, ως και εγώ, έμενον εν καταστάσει χωρισμού από του Θεού. Δια τοιούτου τρόπου τα παθήματα πάντων εγίνοντο «ίδια», και εν τη απομονώσει της ερήμου ήρχετο ενίοτε προσευχή υπέρ όλου του κόσμου μετά του ιδίου κλαυθμού ως και υπέρ εμού του ιδίου. Εν εκείνη τη προσευχή ησθάνθην τον προαιώνιον Θεόν ως τον Πατέρα ημών. Και η αίσθησις αύτη ήτο πειστική μαρτυρία περί της ανάρχου Αληθείας, της παραδοθείσης εις ημάς υπό του Χριστού.