Η Επιστροφή του Βασιλιά
- Автор: Толкин Джон Рональд Руэл
- Серия: Дело №... #3
- Язык: греческий
- Переводчик: Ευγενία Χατζηθανάση-Κόλλια
- Жанр: Фэнтези
Электронная книга - «Η Επιστροφή του Βασιλιά». Краткое содержание книги:
Στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας Ο ΑΡΧΟΝΤΑΙ ΤΟΝ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΩΝ, ο Γκάνταλφ ο Γκρίζος ανακαλύπτει ότι το δαχτυλίδι που έχει στην κατοχή του ο Φρόντο ο Χόμπιτ είναι στην πραγματικότητα το Ένα Δαχτυλίδι, ο εξουσιαστής όλων των Δαχτυλιδιών με κάποιες Δυνάμεις. Ο Φρόντο μαζί με τους Συντράφους του Δαχτυλιδιού ξεκινούν για το βουνό της φωτιάς στη Μόρντορ, τη χώρα του Εχθρού, για να καταστρέψουν εκεί το Δαχτυλίδι. Η Συντροφιά όμως σκορπίζεται μετά από επίθεση.
Στο δεύτερο βιβλίο, εξιστορούνται οι περιπέτειες του κάθε μέλους της Συντροφιάς μετά τη διάλυσή της, ως τον ερχομό της Μεγάλης Σκοτεινιάς και την αρχή του Πολέμου του Δαχτυλιδιού. Στο τρίτο βιβλίο, παρακολουθούμε τα στρατηγικά σχέδια του Γκάνταλφ και του Σόρον, μέχρι την τελική καταστροφή και το τέλος της Μεγάλης Σκοτεινιάς.
Δε χρειάστηκε να περιμένουν πολύ. Οι ορκ προχωρούσαν με μεγάλη ταχύτητα. Εκείνοι που ήταν στις πρώτες σειρές κρατούσαν δάδες. Κι όλο πλησίαζαν, κόκκινες φλόγες στο σκοτάδι, που γρήγορα αυξάνονταν. Ο Σαμ τώρα έσκυψε κι αυτός το κεφάλι του, ελπίζοντας πως θα έκρυβε το πρόσωπό του όταν τους έφταναν οι δάδες· και έβαλε τις ασπίδες τους στα γόνατά τους μπροστά για να κρύψει τα πόδια τους.
«Μακάρι να βιάζονται και ν’ αφήσουν δυο κουρασμένους στρατιώτες ήσυχους και να προσπεράσουν!» σκέφτηκε.
Κι έτσι φάνηκε πως θα έκαναν. Οι πρώτοι ορκ έφτασαν, περπατώντας γρήγορα, λαχανιασμένοι, με τα κεφάλια τους σκυφτά. Ήταν μια ομάδα απ’ τις μικρότερες φυλές που τις πήγαιναν παρά τη θέληση τους στους πολέμους του Μαύρου τους Άρχοντα· το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να τελειώσουν την πορεία και να γλιτώσουν το μαστίγιο. Πλάι τους, τρέχοντας πάνω κάτω στις γραμμές ήταν δύο από τους μεγαλόσωμους και άγριους ουρούκ. που πλατάγιζαν μαστίγια και φώναζαν. Η μια σειρά πίσω από την άλλη περνούσαν και το προδοτικό φως των δαυλών βρισκόταν κιόλας αρκετά μπροστά. Ο Σαμ κρατούσε την αναπνοή του. Τώρα περισσότερη από τη μισή γραμμή είχε προσπεράσει. Όμως, ξαφνικά, ένας από τους σκλαβο-επιστάτες είδε τις δυο μορφές στην άκρη του δρόμου. Πλατάγισε το μαστίγιο του προς το μέρος τους και φώναξε:
– Ε, εσείς! Σηκωθείτε!
Εκείνοι δεν απάντησαν και με ένα ξεφωνητό σταμάτησε ολόκληρο το λόχο.
– Εμπρός, τεμπελόσκυλα! ούρλιαξε. Δεν είναι ώρα για λούφα. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος τους και παρ’ όλο το σκοτάδι αναγνώρισε το σημάδι στις ασπίδες τους.
– Λιποτάκτες, ε; γρύλισε. Ή το σκεφτόσαστε; Όλοι οι δικοί σας θα ’πρεπε να βρίσκονται μέσα στο Ουντούν πριν από χτες το βράδυ. Αυτό το ξέρετε. Εμπρός, σηκωθείτε και μπείτε στη γραμμή, για να μην πάρω τους αριθμούς σας και σας αναφέρω.
Στάθηκαν με κόπο στα πόδια τους και, σκυφτοί, κουτσαίνοντας σαν στρατιώτες που τους πονούν τα πόδια, προχώρησαν σέρνοντάς τα πόδια προς το τέλος της γραμμής.
– Όχι, όχι στο τέλος! φώναξε ο σκλαβο-επιστάτης. Τρεις σειρές μπροστά. Και να μείνετε εκεί, ειδαλλιώς θα σας δείξω εγώ, όταν έρθω πίσω!
Τίναξε πλαταγίζοντας το μακρύ μαστίγιο του πάνω από τα κεφάλια τους· ύστερα μ’ ένα πλατάγισμα ακόμα και ένα ξεφωνητό ξεκίνησε πάλι το λόχο με γρήγορο βηματισμό.
Ήταν αρκετά δύσκολο για τον κακόμοιρο το Σαμ, έτσι που ήταν κουρασμένος· αλλά για το Φρόντο ήταν μαρτύριο που γρήγορα έγινε εφιάλτης. Έσφιξε τα δόντια και προσπάθησε να σβήσει από το μυαλό του κάθε σκέψη και αγωνιζόταν να προχωρήσει. Η κακοσμία τον ιδρωμένων ορκ γύρω του ήταν αποπνικτική και άρχισε να του κόβεται η ανάσα από τη δίψα. Προχωρούσαν κι όλο προχωρούσαν κι αυτός έβαζε όλη του τη δύναμη για να παίρνει ανάσα και να κάνει τα πόδια του να προχωρούν κι όμως σε τι φοβερό τέλος αγωνιζόταν και υπέμενε για να φτάσει δεν τολμούσε ούτε να το σκεφτεί. Δεν υπήρχε ελπίδα να ξεμείνουν πίσω απαρατήρητοι. Συχνά πυκνά ο επιστάτης ερχόταν πίσω και τους κορόιδευε.
– Βλέπετε! γελούσε, χτυπώντας τους στα πόδια. Όπου υπάρχει βούρδουλας υπάρχει και θέληση, τεμπελόσκυλα. Συνεχίστε! Θα σας έδινα ένα καλό χέρι τώρα, αλλά θα φάτε της χρονιάς σας σαν φτάσετε αργοπορημένοι στον καταυλισμό σας. Καλό θα σας κάνει. Δεν ξέρετε πως έχουμε πόλεμο;
Είχαν κάνει αρκετά μίλια και ο δρόμος επιτέλους κατηφόριζε απ’ την πλαγιά στην πεδιάδα, όταν η δύναμη του Φρόντο άρχισε να τον εγκαταλείπει και η θέλησή του ταλαντεύτηκε. Παραπατούσε και σκόνταφτε. Απελπισμένα ο Σαμ προσπάθησε να τον Βοηθήσει και να τον κρατήσει όρθιο, μόλο που ένιωθε πως κι αυτός ο ίδιος μόλις που θα μπορούσε ν’ αντέξει το ρυθμό για πολύ ακόμα. Από στιγμή σε στιγμή τώρα ήξερε πως θα ’φτανε το τέλος – ο κύριός του θα λιποθυμούσε ή θα έπεφτε κι όλα θα φανερώνονταν και οι σκληρές τους προσπάθειες θα πήγαιναν χαμένες.
«Πάντως, θα τον σκοτώσω εκείνον το διαβολο-επιστάτη», σκέφτηκε.
Τότε, την ώρα ακριβώς που έβαζε το χέρι του στη λαβή του σπαθιού του, απρόσμενα ανακουφίστηκε. Βρίσκονταν τώρα στην κοιλάδα και πλησίαζαν την είσοδο του Ουντούν. Σε αρκετή απόσταση μπροστά του, πριν την πύλη, στη γέφυρα, ο δρόμος από τη δύση συναντιόταν με άλλους που έρχονταν από το νοτιά και από το Μπαράντ-ντουρ. Σε όλους τους δρόμους βάδιζαν στρατεύματα· γιατί οι Καπεταναίοι της Δύσης έκαναν προέλαση και ο Μαύρος Άρχοντας προωθούσε βιαστικά τις δυνάμεις του στο βοριά. Έτσι έτυχε αρκετοί λόχοι να βρεθούν ταυτόχρονα στο σταυροδρόμι στο σκοτάδι πέρα από το φως που έβγαζαν οι φωτιές στα τείχη. Αμέσως έγινε συνωστισμός, σπρωξιές και βρισιές, καθώς ο κάθε λόχος προσπαθούσε να φτάσει πρώτος στην πύλη και να τελειώνει την πορεία του. Μόλο που οι επιστάτες ούρλιαζαν και δούλευαν τα μαστίγιά τους, ξέσπασαν μικροσυμπλοκές και βγήκαν μερικά μαχαίρια. Ένας λόχος από βαριά οπλισμένους ουρούκ, που έρχονταν απ’ το Μπαράντ-ντουρ, όρμησαν στις γραμμές του Ντούρθανγκ και δημιουργήθηκε σάλος.